Το ασυνείδητο στις Νευροεπιστήμες
Ξεκινώντας, και μια και δεν υπήρχε συγκεκριμένο ερώτημα αυτή τη φορά, αναρωτήθηκα πως θα μπορούσε κανείς να συμβάλλει στον προβληματισμό μας, δεδομένων των όσων έχουν προηγηθεί. Ξαναδιαβάζοντας κάποιες από τις πρωτο- και δευτερο-λογίες, εντυπωσιάστηκα και πάλι, τόσο από το ενδιαφέρον και την διάθεση επικοινωνίας, όσο και από την δυσκολία συνεννόησης. Αυτό δεν φαντάζομαι να ξαφνιάζει κανέναν, το έχουν θίξει και άλλοι, η Ελένη μίλησε για “έλλειψη κοινής αναφοράς σχετικά με τον όρο συνείδηση”, ο Αντώνης θεώρησε την όποια συμφωνία απόψεων διέκρινε ο Αντρέας ως περισσότερο φαινομενική παρά πραγματική (προσωπικά συμφωνώ), κι ο ίδιος ο Αντρέας με τις περιλήψεις του έχει κάνει φιλότιμες προσπάθειες να ορίσει, να συμμαζέψει, να ταξινομήσει. Παρόλα αυτά, υπάρχουν βασικά σημεία ασυνεννοησίας, όχι μόνο ως προς το πως ερμηνεύονται κάποια πειραματικά δεδομένα, αλλά ακόμα και στο πως ορίζονται βασικές έννοιες όπως το περιεχόμενο και οι ιδιότητες της συνείδησης (πχ. είναι τα qualia ο πυρήνας της συνείδησης (Αντρέας) ή είναι trivial (Aντώνης); Πότε μια διεργασία θεωρείται συνειδητή και πότε ασυνείδητη - αρκεί η έλλειψη λεκτικής μαρτυρίας; Τι περιμένουμε να εμπεριέχει το περίφημο παραγωγικό πρότυπο της αρχικής εισήγησης; Είναι φιλοσοφικά, ιστορικά και λογικά αποδεκτό να ζητάμε τέτοιο ‘παραγωγικό’ πρότυπο; Τι συνιστά απόδειξη στις Νευροεπιστήμες, τι στην Ψυχολογία και τι στην Φιλοσοφία; Τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για αναγωγή; Δεν θα αναφέρω άλλα σημεία, το νόημα είναι σαφές.
Να θυμίσω για τους καινούργιους ότι ο αρχικός προβληματισμός ήταν “κατά πόσο τα ευρήματα των Νευροεπιστημών θα μπορούσαν να πείσουν έναν λογικό και καλοπροαίρετο Σωκράτη ότι ο εγκέφαλος παράγει τη χαρά όπως η λύρα την μουσική – μ’ άλλα λόγια ότι ο εγκέφαλος παράγει συνείδηση”. Είχα εισηγηθεί τότε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει πληθώρα στοιχείων που στηρίζουν την άποψη ότι μάλλον έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά δύσκολα θα έπειθαν τον Σωκράτη γιατί η άποψή του, όπως και όλων μας άλλωστε, επιστημόνων και μη, δεν βασίζεται (ή τουλάχιστον δεν βασίζεται κυρίως) σε στοιχεία νευροεπιστημονικά ή άλλα. Κάτι αντίστοιχο είπε και η Ελένη στην δευτερολογία της, ισχυριζόμενη ότι “καμία εμπειρική ανακάλυψη δεν είναι ικανή να λύσει ένα εννοιολογικό φιλοσοφικό πρόβλημα” – και συμφωνώ. Να το πω αλλιώς: δεν θα τον έπειθαν, αν δεν ήταν ήδη πεισμένος, γιατί ο λογικός και καλοπροαίρετος άνθρωπος του ερωτήματος δεν υφίσταται – με την έννοια ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να ξεκινά ως άγραφο χαρτί, να σταθμίσει προς τα πού κλίνουν τα δεδομένα για να διαμορφώσει τις ηθικές του αξίες. Αν ήταν έτσι, η κοινωνία μας θα ήταν τελείως διαφορετική. Να το εκφράσω και διαφορετικά, προϊδεάζοντας λίγο για τα όσα θα ακολουθήσουν: για πολλά απ΄ αυτά που πιστεύουμε χωρίς να μπορούμε να τα αποδείξουμε, είναι πιθανό να μην έχουμε πρόσβαση (συνειδητή) στα αίτια της πεποίθησής μας. Και είναι ενδιαφέρον ότι αυτό το σημείο, το ότι δηλαδή ο Σωκράτης δύσκολα θα άλλαζε γνώμη, είναι νομίζω και το μόνο στο οποίο συμφώνησαν όσοι πήραν θέση επ΄αυτού – αν και με διαφορετικούς προβληματισμούς ο καθένας.
Τα λέω αυτά γιατί θεωρώ, συμφωνώντας με την Ελένη και τον Αντρέα, ότι για να συνεχίσουμε και να έχουμε κάποια ελπίδα προόδου - με την έννοια αν όχι της σύγκλισης, τουλάχιστον της κατανόησης - καλό θα ήταν να συμφωνήσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Μπορεί αυτό στην πορεία να αποδειχθεί ανέφικτο, αλλά χωρίς ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς φοβάμαι πως ίσως παραμείνουμε σε παράλληλους μονόλογους και κυκλικά επιχειρήματα.
Αυτά τα λέω στην αρχή προκειμένου να δώσω ένα στίγμα για το πού θεωρώ ότι βρισκόμαστε και - πιθανώς - προς τα πού πιστεύω ότι πρέπει να προσανατολιστούμε σε επόμενες συναντήσεις. Δεν θα αποτολμήσω σήμερα να κάνω σύνθεση των όσων έχουν προηγηθεί, ούτε θα προσπαθήσω να προτείνω ορισμούς στα θέματα που μόλις ανέφερα ως εκκρεμή: αυτό είναι δουλειά πιο συλλογική και μακροπρόθεσμη. Για σήμερα επέλεξα να διαπραγματευτώ το θέμα του ασυνείδητου όπως το αντιμετωπίζουν οι Νευροεπιστήμες, γιατί θεωρώ ότι ίσως συμβάλλει στον προβληματισμό μας με τους εξής τρεις τρόπους:
1. καταρχάς, εφόσον η Συνείδηση και το Ασυνείδητο δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, είτε τα αντιμετωπίσουμε ως αντίθετα, είτε ως συμπληρωματικά, αν μη τι άλλο, θα βοηθήσει στο να ξεκαθαρίσουμε για ποιο πράγμα μιλάμε.
2. επιπλέον, το θέμα των ασυνείδητων γνωσιακών/νοητικών λειτουργιών είναι εγγενώς ενδιαφέρον και μπορεί να τεθεί ως εξής: πόση επεξεργασία μπορούν να υποστούν οι εξωτερικές και εσωτερικές πληροφορίες πριν γίνουν αντιληπτές, ή χωρίς να γίνουν αντιληπτές; Και τι απογίνονται αυτές οι επεξεργασμένες (τουλάχιστον μερικώς) πλην όμως ‘ασυνείδητες’ πληροφορίες που κυκλοφορούν κάπου μέσα στο κεφάλι μας;
Η Ψυχανάλυση λόγου χάρη, έχει την ξεκάθαρη άποψη ότι δεν έχουμε επίγνωση μεγάλου μέρους των ψυχονοητικών διεργασιών μας (μεταφράζω έτσι το mental life). Πολλά απ’ αυτά που σκεφτόμαστε, αντιλαμβανόμαστε, ονειρευόμαστε, δεν έχουν πρόσβαση στη συνειδητή σκέψη. Ούτε και μπορούμε να εξηγήσουμε τα κίνητρα των πράξεών μας, λέει η Ψυχανάλυση, παρόλο που αυτά επηρεάζουν τις συνειδητές μας σκέψεις και τη συμπεριφορά μας.
Στις Νευροεπιστήμες το θέμα είναι πιο ανοιχτό: υπάρχουν αυτοί που λένε ότι η επεξεργασία ασυνείδητων πληροφοριών σταματά στα πρώτα στάδια ανάλυσης, και άλλοι, νομίζω πολύ περισσότεροι, που συντάσσονται με την Ψυχανάλυση (σ’ αυτό το θέμα) και ισχυρίζονται ότι μπορεί να γίνει επεξεργασία σχεδόν εξ ολοκλήρου στον χώρο του ασυνείδητου. Αργότερα θα παρουσιάσω κάποιες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την δεύτερη άποψη.
3. τέλος, το θέμα των ασυνείδητων εγκεφαλικών λειτουργιών είναι βεβαίως καθοριστικό για το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης και του ψυχολογικού ντετερμινισμού που είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη φετινή συνάντηση.
Το ερώτημα λοιπόν που θέλω να διαπραγματευτώ σήμερα είναι: δεδομένης της σημασίας των ασυνείδητων νοητικών διεργασιών, τι μπορούν να μας πουν για αυτές οι Νευροεπιστήμες;
Και κατ΄αρχήν: τι είναι το ασυνείδητο για τις νευροεπιστήμες; (μετά από αυτά που μόλις είπα, δεν θα μπορούσα να αρχίσω διαφορετικά)
Ρωτάει
ο Στέλιος:
είναι το
ασυνείδητο
ένας ανεπίγνωστος
εαυτός εντός
μας που έχει
ιδίαν βούλησιν
και σκοπιμότητα
ή πρόκειται
για
διεργασίες-λειτουργίες
που απλά δεν
περνάνε στο
φως της
επίγνωσης (όπως
δεν έχουμε
επίγνωση π.χ.
για το πώς
αποκτούμε τρισδιάστατη
αντίληψη των
αντικειμένων
που βλέπουμε ή
ακόμα και πώς
κινούμε το
χέρι μας);
Νομίζω ότι δεν βοηθάει να ορίσουμε το ασυνείδητο ως ‘ανεπίγνωστο εαυτό εντός μας’, αυτό έτσι διατυπωμένο, παραπέμπει σε ‘ανθρωπάρια’ (homunculi), και καρτεσιανές ‘έδρες της ψυχής’. Αλλά ούτε είναι μόνο λειτουργίες σαν την τρισδιάστατη αντίληψη, γιατί αυτές, εξ’ ορισμού, δεν μπορούν ποτέ να γίνουν αντιληπτές. Το ασυνείδητο, όπως το αντιμετωπίζουν οι νευροεπιστήμες, είναι “οι όποιες διεργασίες του εγκεφάλου δεν έχουν πρόσβαση στην συνείδηση”. Αυτό βέβαια αγγίζει τα όρια της ταυτολογίας, γιατί μεταξύ άλλων προϋποθέτει ότι ξέρουμε τι είναι συνείδηση, που όπως μόλις ανάφερα δεν είναι ξεκάθαρο. Θα προσπαθήσω λοιπόν να αναπτύξω την απάντηση λίγο περισσότερο.
Θα απαντήσω με μέθοδο reverse engineering, έχοντας στο μυαλό μου συγκεκριμένα παραδείγματα, πιθανώς η λίστα να μην είναι πλήρης, οπότε την συμπληρώνετε.
i. παροδικά – όπως συμβαίνει για όλες τις λειτουργίες που είναι έξω από την σφαίρα προσοχής (λόγου χάρη η αισθητηριακή αντίληψη που γίνεται συνειδητή μόνο αφού στραφεί η προσοχή μας προς αυτή).
ii. πιο μόνιμα (συνειδητή απώθηση σε πείραμα μνήμης, πχ. Science 303, p.232-235, 2004)
i. επειδή το νευρικό σύστημα (ΝΣ) είναι έτσι φτιαγμένο ώστε η επεξεργασία κάποιων πληροφοριών να μη γίνεται αντιληπτή, όσα αποθέματα προσοχής κι αν στρέψουμε πάνω τους (όπως λ.χ.. κάποια αντανακλαστικά, τα δεδομένα του proprioceptive system, η απόκτηση τρισδιάστατης αντίληψης των αντικειμένων που βλέπουμε, οι αυτοματοποιημένες κινήσεις, η άδηλη (ασυνείδητη) μνήμη, που εκδηλώνεται μόνο στην συμπεριφορά και όχι στην συνειδητή ανάκληση, κοκ). Να τονίσω ότι τα συστήματα που επεξεργάζονται τέτοιου είδους ασυνείδητες πληροφορίες κατά κανόνα δουλεύουν σε συνεργασία με άλλα συστήματα που επεξεργάζονται συνειδητές πληροφορίες – και όχι απομονωμένα απ΄αυτά. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το πέρασμα από την συνειδητή (declarative) στην άδηλη μνήμη με την συχνή επανάληψη. Παρόλ’ αυτά, κάτω από τις κατάλληλες πειραματικές συνθήκες μπορούν να διαφορποιηθούν και να μελετηθούν ξεχωριστά, και μάλιστα συχνά ενεργοποιούν διαφορετικές εγκεφαλικές δομές (πχ. την αμυγδαλή στην περίπτωση τελεστικής/άδηλης μνήμης, αλλά τον ιππόκαμπο στην περίπτωση αποφαντικής/δηλωτικής μνήμης).
ii. επειδή το ΝΣ έχει υποστεί βλάβη η οποία οδηγεί σε διακοπή της ροής της πληροφορίας, έτσι ώστε να μην φθάνει στο επίπεδο της συνείδησης (πχ. φαινόμενο ‘τυφλής όρασης’ (blindsight), περίπτωση ασθενών με διατομή του μεσολοβίου (split brain patients), κλπ)
iii. επειδή τα ερεθίσματα είναι πολύ σύντομης χρονικής διάρκειας ή πολύ χαμηλής έντασης και δεν ενεργοποιούν περιοχές του εγκεφάλου που έχουν πρόσβαση στη συνείδηση (πχ. subliminal οπτικά ερεθίσματα, subthreshold concentrations of odorants, κλπ)