Δεύτερος κύκλος – Η επιστήμη των νεύρων και τα νεύρα της επιστήμης ( Δημήτρης Παπαδημητρίου)

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΥΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ή

«... Ουαί οι εκζητούντες θεάσασθαι το Νοείν...»

 

            Προ καιρού, ανταλάσσοντας επιστολές με τον φίλο μου, τον κύριο Παπανικολάου του υπενθύμισα, με περιπαικτικό και προβοκατόρικο τρόπο πάντα, το εξής: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλει το στερέωμα...» Του εζήτησα λοιπόν να μου απαντήσει στην ερώτηση, αν έχοντας τη δυνατότητα να γνωρίζουμε το γονιδίωμα του ποιητού Δαυιδ αν, λέγω, θα υπήρχε η δυνατότητα να γνωρίσουμε εκ των προτέρων τι πρόκειται να γράψει ο ποιητής; Γιατί δεν θα υπήρχε λόγος να περιμένουμε να γράψει το Ευαγγέλιό του, μια και αφού έχοντας το γονιδίωμα του, θα ήταν δυνατόν μια νευροεπιστημονική λογοτεχνική επιτροπή απονομής βραβείων να του δώσει το γέρας. Τουλάχιστον το ποιητικόν. Για το γέρας της αγιοσύνης θα απευθυνόταν με το ίδιο γονιδίωμα και την ίδια καταγραφή νευρωνικών κυκλωμάτων στην Ιερά Σύνοδο της περιοχής του που απονέμει τα σχετικά βραβεία ηθικότητας κι ως εκ τούτου,θα έχει και λόγω Βιολογικου Πνεύματος Αγίου, και την κατάλληλη μέθοδο κρίσεως και ελέγχου της πιστοληπτικής ικανότητος και των ηθικών προσόντων.Γιατι η αλλη Ιερά Σύνοδος έκρινε κακως και ανεπιστρεπτί, ότι μια πρώην πουτάνα σε υπόγειο σκυλάδικο της Αλεξάνδρειας, μπορεί κάλλιστα να ονομαστεί Αγία Αυγούστα Θεοδώρα του Ιουστινιανού. Ίσως έτσι να μην χρειαζόταν να διατάξει έναν ευνούχο, το Βελισσάριο, να σφάξει το κόσμο στη Στάση του Νίκα.

            Διαβάζουμε από ένα διάσημο νευροεπιστήμονα.<< Πριν από λίγα χρόνια, ο Καναδός ψυχολόγος Μάικλ Πέρσινγκερ απέκτησε μια συσκευή μαγνητικής διέγερσης και επέλεξε αντί για τον μετωπιαίο λοβό, να διεγείρει περιοχή του κροταφικού λοβού. Ο Πέρσινγκερ διεπίστωσε με έκπληξη ότι για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε την ύπαρξη του Θεού>>. Η παρατήρηση του Πέρσινγκερ, συνεχίζει ο νευροεπιστήμων,<< δεν μου ήταν τελείως απροσδόκητη, καθώς πάντα υποπτευόμουν ότι οι κροταφικοί λοβοί , και ειδικά ο αριστερός, συμμετέχουν με κάποιο τρόπο στο θρησκευτικό συναίσθημα>>. Αυτά μας λέει ο νευροεπιστήμων.

            Θα αποφύγουμε να καγχάσουμε για τόσο σοβαρά πράγματα. Αλήθεια, ο Θεός κατοικεί στα κύτταρα; Μπαινοβγαίνει στις συνάψεις; Ποιός Θεός άραγε; Πρώτης κατηγορίας, Γιαχβέ, Αλλάχ, Βούδας ή βήτα εθνικής Θεός όπως ο Τλάλοκ; Που συνεχώς ζητούσε ανθρωποθυσίες και οι Αζτέκοι του πρόσφεραν αφειδώς; Τι άραγε Θεός είναι αυτός που έχει συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας πιθανώς την έσω κροταφική έλικα;

«Τρόχισ’ εκείνα τη σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν....»

μου παραγγέλει ο ποιητής, βάζοντας τις νάρκες που ανατινάζουν τη βιολογία, καθιστώντας την οσμηγόνο ερημία του ντετερμινισμού μια απελπιστική μπόχα έλλειψης κλασσικής παιδείας. Γιατί ο θρησκόληπτος επιστήμων, η επιστημονική θρησκοληψία είναι πολύ χειρότερη απ’ τη θρησκευτική. Γιατί ο επιστήμων βαρύνεται με τη γνώση της θρησκευτικής θρησκοληψίας. Δηλαδή τη γνώρισε στο πετσί του όπως ο Τζιορντάνο Μπρούνο και ο Γαλιλαίος. Ας προχωρήσουμε.

            Θεωρώ κι αμέσως κατεβάζω το καλύτερό μου χαρτί σ’ αυτή την παρτίδα που θα παίζουμε αυτό το διήμερο, όχι προφανώς για να κερδίσω την παρτίδα, αλλά γιατί μ’ αρέσει το παιχνίδι μας, για να διατηρήσω το παιχνίδι μας, για να μπορέσω κι εγώ όχι να βάλω ένα λιθαράκι, αλλά να θέσω τρικλοποδιές και παγίδες στον οδοστρωτήρα που λέγεται Επιστήμη.

            Θεωρώ λοιπόν, ότι η φυσιολογία του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν θα μπορέσει ποτέ να δρασκελίσει το αβυσσαλέο κενό που χωρίζει την αποθήκευση, την επεξεργασία και την διακίνηση της πληροφορίας μέσα σ’ ένα υπερπολύπλοκο σύστημα όπως ο εγκέφαλος, απ’ την πραγματικότητα του πόθου, του αισθήματος και της ανθρώπινης δημιουργίας.

            Θεωρώ, ότι οι λυσσαλέες προσπάθειες της επιστήμης να δώσει το «τελικό χτύπημα», τα όνειρα για μια «τελική θεωρία» στα του ανθρώπου πράγματα δεν είναι δουλειά της επιστήμης, δεν είναι κανενός δουλειά. Γιατί θεωρώ, ότι οι «νύχτες» του ανθρώπου είναι γεμάτες όνειρα, τα οποία ξεχνάμε την άλλη μέρα μέχρι να ξαναονειρευτούμε.

            Θα συνοψίσω την κατάσταση χιουμοριστικά ως εξής: Σκεφθείτε τρία κτίρια με μια κοινή αυλή. Στο ένα κτίριο, ένας ψυχαναλυτής ερμηνεύει και ξαναερμηνεύει και μ’ αυτό τον τρόπο λύνει πολλές φορές ένα υστερικό σύμπτωμα. Δίπλα του ένας ψυχίατρος ξεπαστρεύει, αν μου επιτρέπεται ο όρος, ένα παραλήρημα χορηγώντας μια ειδική ουσία σε συγκεκριμένες δόσεις, και στο τρίτο ένας φιλόσοφος ομιλεί περί της σχέσεως της ψυχής με το σώμα και στη συνέχεια τα τρία αυτά πρόσωπα στραβοκοιτάζονται και αποφεύγουν ο ένας τον άλλο στην αυλή. Θέτω και στους τρεις ένα ερώτημα: Πείτε μου σας παρακαλώ για ποιό λόγο ήταν ένοχος ο Οιδίποδας; Για ποιό λόγο έβγαλε τα μάτια του. Για ποιό λόγο; Για ποιό λόγο η Ιοκάστη (κας – κάσα – κασαυρίς, πουτάνα και ιός – δηλητήριο) μια πουτάνα που γεννά το δηλητήριο αυτοκτόνησε.

            Ο ψυχίατρος, δηλαδή ο επιστήμων, χάνει αμέσως το παιχνίδι. Δεν ήξερε απολύτως τίποτα. Σκέφτεται αμέσως ότι οποιοδήποτε δικαστήριο με τα συγκεκριμένα στοιχεία θα τον αθώωνε πάραυτα. Δεν ήξερε ο άνθρωπος τίποτα. Δεν γνώριζε βρε αδελφέ. Ο ψυχαναλυτής αρχίζει να ψελλίζει κάτι περί του Πατρός και της αρχικής πρωτογόνου ορδής. Τα θηλυκά που ανήκουν στον πατέρα και τα επιβουλεύονται οι γιοι δημιουργούν ενοχές, λέει: Ναι, πιθανόν. Όμως δεν ήξερε τίποτε ο δύστυχος. Έφυγε από την Κόρινθο γιατί του παράγγειλαν οι Θεοί ότι το κλίμα έγινε βαρύ και ότι καλύτερα να τα μαζεύει και να φεύγει, για να μην σκοτώσει τον πατέρα του. Μα γι’ αυτό δεν είναι οι πατέρες, για να σκοτώνονται κύριε ψυχαναλυτά; Εξάλλου, έφυγε ο δύστυχος. Παράτησε το σπίτι του και τα μεγαλεία και έφυγε. Είπε στον πατέρα του «πάρε εσύ το σπίτι, παίρνω εγώ τους δρόμους». Πήρε, λοιπόν, «την σχιστή οδό» (εστιάστε στον όρο σχιστή) και όταν κουράστηκε, απ’ τα πρησμένα πόδια του, κάθησε στην άκρη να φάει. Εκεί που άνοιξε το δισάκι του και έτρωγε, νάσου τρέχοντας ο Λάϊος φουριόζος πάνω στο αρμα. «Κάνε στην άκρη ρε». Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Ανταλλάχθηκαν κουβέντες, τραβήχτηκαν φαλτσέτες, βοήθησε κι η Αθηνά και τον πέταξε τον Λάϊο σε ένα χαντάκι πάρα πέρα. Μα δεν ήξερε, κύριε ψυχαναλυτά. Ο πατέρας του ήταν στην Κόρινθο.

            Ο φιλόσοφος τσινάει άγαρμπα. «Απέρχομαι, απέρχομαι, μη κράει με». Έχω δουλειές στο βουνό. Πώς το λένε στο βουνό; Το βουνό το λένε «Είναι», και βγήκανε οι βρούβες. Πάω να τις μαζέψω. Ξέχασα να σας πω, ότι προηγουμένως ο φίλος μας ο Ανδρέας ο Παπανικολάου του είχε δείξει κάτι φωτογραφίες από το ΡΕΤ και το MRI του και του είπε: βλέπεις εδώ; Εδώ είναι ο εγκέφαλος. Εδώ λέγεται αμυγδαλοειδής πυρήνας, εδώ πρόσθια κροταφική έλικα, βλέπεις είναι κόκκινη. Την έβγαλα από κάποιον που του είπα να σκεφτεί τα μπούτια της Μαίριλιν Μονρόε. Έπεσε σε κατάθλιψη ο φιλόσοφος που είδε επιτέλους τον εγκέφαλο. Και από τότε «μισανθρωπίσας απέφευγεν» όπως ο Ηράκλειτος. Πέταξε και το δισάκι πούχε κρυμμένα τα όπλα του και έφυγε για το βουνό. Που καιρός για ερωτήσεις, πια. Αντί να πιάσει τον Αντρέα από το γιακά και να του πει: Τι εννοείς παιδί μου; Τι είναι εγκέφαλος; Τι είναι σκέψη; Τι είναι αμυγδαλή; Τι είναι κόκκινο; Τι είναι μπούτια; Ακόμη και τι είναι Μαίριλυν Μονρόε. Τι είναι ένα όνομα, δηλαδή; Αργότερα κάποιες κακιές γλώσσες λένε, πως όταν έγινε βραχυκύκλωμα στο «Σπίτι» είδαν τον Αντρέα να ψάχνει στα κλεφτά κι απεγνωσμένα στο δισάκι που πέταξε ο φιλόσοφος. Ο ίδιος είπε ότι έψαχνε μια ασφάλεια για το κύκλωμα, κι ότι σκέφτηκε μήπως βρει καμία στο δισάκι, γιατί παλιά οι φιλόσοφοι τα μάζευαν όλα. Παλιά όμως.

            Τώρα, έχοντας αποτραβηχτεί αλαζονικά στο «είναι», έθεσαν για πάντα ένα ριζικό χωρισμό ανάμεσα στη σκέψη του Είναι και στη γνώση των όντων και η γνώση των όντων εγκαταλείπεται σε μια επιστήμη που ταυτίζεται με την τεχνική. Θα επανέλθω. Και οι τρεις δεν ξέρουν. Μα μήπως ήξερε κι ο Σοφοκλής; Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν ξέρει. Βάζει το χορό και λέει: «Έλα τώρα καϋμένε, πώς κάνεις έτσι; Μήπως όλοι μας δεν έχουμε δει στα όνειρά μας τη μάνα μας γυμνή;».

            Όλα αυτά σας τα διηγήθηκα, για να μπορέσω να διερωτηθώ αν το σώμα της επιστήμης μπορεί να έχει απάντηση και μπορεί να δώσει μια λύση για την τραγικότητα του ανθρωπίνου όντος. Γιατί έβγαλε τα μάτια του ο υβριστής; Τι δεν ήθελε να βλέπει; Μήπως δεν ήθελε να τον βλέπουν; Δηλαδή να βλέπει ότι τον βλέπουν; Και τέλος πάντων τι είναι βλέμμα, είναι αυτό που βλέπουμε ή είμαστε αυτό που μας βλέπουν; Τι είναι γλώσσα; Αυτά που λέμε; Αυτά που λέμε κι ακούν οι άλλοι; ή αυτά που λέμε κι ακούμε εμείς; Δηλαδή, η γλώσσα είναι ένα μήνυμα, μια κίνηση σωματική των γλωσσικών μυών, η οποία παράγεται από ηλεκτρικές εγκεφαλικές εκκενώσεις κι απευθύνουν ένα μήνυμα στους άλλους; Ή μήπως αυτό το μήνυμα είναι και για μας; Η γλωσσική γκάφα για παράδειγμα. Είτε έχει δίκιο η ψυχανάλυση είτε όχι δεν έχει σαν δράστη της το Συνειδητό, και δεν μπορεί να του φορτωθεί σαν δικό του αμάρτημα. Διότι το μήνυμα του ομιλητή δεν απευθύνεται μόνον στον άλλο, στον απέναντι άλλο, μα και στον ίδιο τον εαυτό του. Προπαντός εκεί. Είναι ένας διάλογος που ανοίγει η Απουσία με την Παρουσία. Το Ασυνείδητο με το Συνειδητό.

            Αν ομιλώντας τη λέξη «πείρος», πούμε τη λέξη «Σπύρος», προφανώς εδώ γίνεται ένα γλωσσικό ολίσθημα, για το οποίο η ψυχανάλυση, ο αναλυόμενος δηλαδή θα μπορούσε να πει πολλά, και λέει πολλά. Ας δούμε τι λέει η νευροεπιστήμη. Ρωτώντας την μαθαίνουμε ότι ο εγκέφαλος σκεπτόμενος και δίνοντας εντολή κινήσεων στους μυες της γλώσσας, στους υπογλώσσιους μυες, στις φωνητικές χορδές, και στους υπόλοιπους μυες όπως οι βυκανητικοί, οι υπογνάθιοι, οι πτερυγοειδείς και λοιποί, μπορεί μέσα στη βιασύνη του να κάνει λάθος. Προφανώς. Αλλά τι σημαίνει λάθος; Αυτά που λέει ή που διατάζει να ειπωθούν ένας εγκέφαλος δεν είναι τυχαία φωνήματα. Είναι φωνήματα νοημάτων. Γιατί τότε δεν θα μας καταλάβαινε κανείς. Έχουν, δηλαδή, κάποιο νόημα. Άρα λοιπόν, το λάθος που έγινε είναι λάθος νοήματος κι όχι λάθος φωνήματος. Γιατί η γλώσσα δεν είναι γλώσσα φωνημάτων, αλλά γλώσσα νοημάτων. Είναι μια        «Φάτις». Αμπεμπα μπλόμ δεν σημαίνει τίποτα. Τραπέζι, όμως σημαίνει κάτι, το οποίο έχει ένα νόημα που ο άλλος το συλλαμβάνει. Άρα λοιπόν, το λάθος είναι ένα λάθος νοήματος. Αυτό πιστεύει κι η ψυχανάλυση απ’ το 1898 και προσπαθεί να αναλύσει αυτό το λάθος και το νόημά του. Το «υποκείμενο» της γλώσσας δεν είναι ενορμητικό «υποκείμενο». Είναι μια «Φάτις». Από τη στιγμή που ο στοματικός μηχανισμός επενδύει μια δραστηριότητα που δεν παρέχει καμμιά ηδονή οργάνου, υπάρχει μια μετουσιωμένη δραστηριότητα. Το ομιλείν είναι μια μετουσιωμένη δραστηριότητα, πρώτα επειδή δεν παρέχει καμμία ηδονή οργάνου, μετά και ιδίως επειδή είναι ενοργανωμένη εντός και δια μιας δημιουργίας που ξεπερνά τις δυνατότητες της μοναδικής ψυχής: η δημιουργία είναι η θέσμιση της γλώσσας. Επειδή το ομιλείν συνεπάγεται πάντοτε, δυνάμει ότι απευθύνεται κανείς στους άλλους, πραγματικούς μετέχοντες στην κοινωνία. Ακόμη και οι ψυχωτικοί.

Δεν περνάμε δηλαδή με τη γλώσσα κάθε φορά από ένα υλικο – νευρο – φυσιολογικό σχηματισμό σφαιρικό και ακριβή ως «αίτιο» σ’ έναν άλλον τέτοιο σχηματισμό ως αποτέλεσμα. Γιατί αυτά τα ίδια τα γεγονότα θα ήταν ανίκανη _