Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ
ΤΩΝ ΝΕΥΡΩΝ ΚΑΙ
ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΗΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ή
«... Ουαί οι
εκζητούντες
θεάσασθαι το
Νοείν...»
Προ
καιρού,
ανταλάσσοντας
επιστολές με
τον φίλο μου,
τον κύριο
Παπανικολάου
του
υπενθύμισα, με
περιπαικτικό
και
προβοκατόρικο
τρόπο πάντα, το
εξής: «Οι
ουρανοί
διηγούνται
δόξαν Θεού,
ποίησιν δε
χειρών αυτού
αναγγέλει το
στερέωμα...» Του
εζήτησα λοιπόν
να μου
απαντήσει στην
ερώτηση, αν
έχοντας τη
δυνατότητα να
γνωρίζουμε το
γονιδίωμα του
ποιητού Δαυιδ
αν, λέγω, θα
υπήρχε η
δυνατότητα να
γνωρίσουμε εκ
των προτέρων
τι πρόκειται
να γράψει ο
ποιητής; Γιατί
δεν θα υπήρχε
λόγος να
περιμένουμε να
γράψει το
Ευαγγέλιό του,
μια και αφού
έχοντας το
γονιδίωμα του,
θα ήταν
δυνατόν μια
νευροεπιστημονική
λογοτεχνική επιτροπή
απονομής
βραβείων να
του δώσει το
γέρας.
Τουλάχιστον το
ποιητικόν. Για
το γέρας της
αγιοσύνης θα
απευθυνόταν με
το ίδιο
γονιδίωμα και
την ίδια
καταγραφή
νευρωνικών
κυκλωμάτων
στην Ιερά
Σύνοδο της περιοχής
του που
απονέμει τα
σχετικά
βραβεία ηθικότητας
κι ως εκ
τούτου,θα έχει
και λόγω
Βιολογικου
Πνεύματος Αγίου,
και την
κατάλληλη
μέθοδο κρίσεως
και ελέγχου
της
πιστοληπτικής
ικανότητος και
των ηθικών προσόντων.Γιατι
η αλλη Ιερά
Σύνοδος έκρινε
κακως και
ανεπιστρεπτί,
ότι μια πρώην
πουτάνα σε
υπόγειο
σκυλάδικο της
Αλεξάνδρειας,
μπορεί
κάλλιστα να ονομαστεί
Αγία Αυγούστα
Θεοδώρα του
Ιουστινιανού.
Ίσως έτσι να
μην χρειαζόταν
να διατάξει
έναν ευνούχο,
το Βελισσάριο,
να σφάξει το
κόσμο στη
Στάση του Νίκα.
Διαβάζουμε
από ένα
διάσημο
νευροεπιστήμονα.<<
Πριν από λίγα
χρόνια, ο
Καναδός
ψυχολόγος
Μάικλ Πέρσινγκερ
απέκτησε μια
συσκευή
μαγνητικής
διέγερσης και
επέλεξε αντί
για τον
μετωπιαίο
λοβό, να
διεγείρει περιοχή
του κροταφικού
λοβού. Ο
Πέρσινγκερ
διεπίστωσε με
έκπληξη ότι
για πρώτη φορά
στη ζωή του
ένιωσε την
ύπαρξη του
Θεού>>. Η
παρατήρηση του
Πέρσινγκερ,
συνεχίζει ο
νευροεπιστήμων,<<
δεν μου ήταν
τελείως
απροσδόκητη,
καθώς πάντα
υποπτευόμουν
ότι οι
κροταφικοί λοβοί
, και ειδικά ο
αριστερός,
συμμετέχουν με
κάποιο τρόπο
στο
θρησκευτικό
συναίσθημα>>.
Αυτά μας λέει ο
νευροεπιστήμων.
Θα
αποφύγουμε να
καγχάσουμε για
τόσο σοβαρά
πράγματα.
Αλήθεια, ο Θεός
κατοικεί στα κύτταρα;
Μπαινοβγαίνει
στις συνάψεις;
Ποιός Θεός άραγε;
Πρώτης
κατηγορίας,
Γιαχβέ, Αλλάχ,
Βούδας ή βήτα
εθνικής Θεός
όπως ο Τλάλοκ;
Που συνεχώς
ζητούσε
ανθρωποθυσίες
και οι Αζτέκοι
του πρόσφεραν
αφειδώς; Τι άραγε
Θεός είναι
αυτός που έχει
συγκεκριμένη
διεύθυνση
κατοικίας
πιθανώς την
έσω κροταφική
έλικα;
«Τρόχισ’
εκείνα τη
σπαθιά του
λόγου που μ’
αρέσουν....»
μου
παραγγέλει ο
ποιητής,
βάζοντας τις
νάρκες που
ανατινάζουν τη
βιολογία,
καθιστώντας
την οσμηγόνο
ερημία του
ντετερμινισμού
μια
απελπιστική
μπόχα έλλειψης
κλασσικής
παιδείας.
Γιατί ο
θρησκόληπτος
επιστήμων, η
επιστημονική
θρησκοληψία
είναι πολύ
χειρότερη απ’
τη
θρησκευτική.
Γιατί ο
επιστήμων
βαρύνεται με
τη γνώση της
θρησκευτικής
θρησκοληψίας.
Δηλαδή τη γνώρισε
στο πετσί του
όπως ο
Τζιορντάνο
Μπρούνο και ο
Γαλιλαίος. Ας
προχωρήσουμε.
Θεωρώ
κι αμέσως
κατεβάζω το
καλύτερό μου
χαρτί σ’ αυτή
την παρτίδα
που θα
παίζουμε αυτό
το διήμερο, όχι
προφανώς για
να κερδίσω την
παρτίδα, αλλά
γιατί μ’ αρέσει
το παιχνίδι
μας, για να
διατηρήσω το
παιχνίδι μας,
για να μπορέσω
κι εγώ όχι να
βάλω ένα
λιθαράκι, αλλά
να θέσω τρικλοποδιές
και παγίδες
στον
οδοστρωτήρα
που λέγεται
Επιστήμη.
Θεωρώ
λοιπόν, ότι η
φυσιολογία του
κεντρικού νευρικού
συστήματος δεν
θα μπορέσει
ποτέ να
δρασκελίσει το
αβυσσαλέο κενό
που χωρίζει
την αποθήκευση,
την
επεξεργασία
και την
διακίνηση της
πληροφορίας
μέσα σ’ ένα
υπερπολύπλοκο
σύστημα όπως ο
εγκέφαλος, απ’
την
πραγματικότητα
του πόθου, του
αισθήματος και
της ανθρώπινης
δημιουργίας.
Θεωρώ,
ότι οι
λυσσαλέες
προσπάθειες
της επιστήμης
να δώσει το
«τελικό
χτύπημα», τα
όνειρα για μια
«τελική θεωρία» στα
του ανθρώπου
πράγματα δεν
είναι δουλειά
της επιστήμης,
δεν είναι
κανενός
δουλειά. Γιατί
θεωρώ, ότι οι
«νύχτες» του
ανθρώπου είναι
γεμάτες
όνειρα, τα οποία
ξεχνάμε την
άλλη μέρα
μέχρι να
ξαναονειρευτούμε.
Θα
συνοψίσω την
κατάσταση
χιουμοριστικά
ως εξής: Σκεφθείτε
τρία κτίρια με
μια κοινή αυλή.
Στο ένα κτίριο,
ένας
ψυχαναλυτής
ερμηνεύει και
ξαναερμηνεύει
και μ’ αυτό τον
τρόπο λύνει
πολλές φορές
ένα υστερικό
σύμπτωμα.
Δίπλα του ένας
ψυχίατρος
ξεπαστρεύει,
αν μου
επιτρέπεται ο
όρος, ένα
παραλήρημα χορηγώντας
μια ειδική
ουσία σε
συγκεκριμένες
δόσεις, και στο
τρίτο ένας
φιλόσοφος
ομιλεί περί
της σχέσεως
της ψυχής με το
σώμα και στη
συνέχεια τα
τρία αυτά πρόσωπα
στραβοκοιτάζονται
και αποφεύγουν
ο ένας τον άλλο
στην αυλή. Θέτω
και στους
τρεις ένα
ερώτημα: Πείτε
μου σας
παρακαλώ για
ποιό λόγο ήταν
ένοχος ο Οιδίποδας;
Για ποιό λόγο
έβγαλε τα
μάτια του. Για ποιό
λόγο; Για ποιό
λόγο η Ιοκάστη
(κας – κάσα –
κασαυρίς,
πουτάνα και
ιός – δηλητήριο)
μια πουτάνα
που γεννά το
δηλητήριο
αυτοκτόνησε.
Ο
ψυχίατρος,
δηλαδή ο
επιστήμων,
χάνει αμέσως
το παιχνίδι.
Δεν ήξερε
απολύτως
τίποτα.
Σκέφτεται αμέσως
ότι
οποιοδήποτε
δικαστήριο με
τα συγκεκριμένα
στοιχεία θα
τον αθώωνε
πάραυτα. Δεν
ήξερε ο
άνθρωπος
τίποτα. Δεν
γνώριζε βρε αδελφέ.
Ο ψυχαναλυτής
αρχίζει να
ψελλίζει κάτι
περί του
Πατρός και της
αρχικής
πρωτογόνου
ορδής. Τα θηλυκά
που ανήκουν
στον πατέρα
και τα
επιβουλεύονται
οι γιοι
δημιουργούν
ενοχές, λέει:
Ναι, πιθανόν.
Όμως δεν ήξερε
τίποτε ο
δύστυχος.
Έφυγε από την
Κόρινθο γιατί
του
παράγγειλαν οι
Θεοί ότι το
κλίμα έγινε
βαρύ και ότι
καλύτερα να τα
μαζεύει και να
φεύγει, για να
μην σκοτώσει
τον πατέρα του.
Μα γι’ αυτό δεν
είναι οι
πατέρες, για να
σκοτώνονται
κύριε ψυχαναλυτά;
Εξάλλου, έφυγε
ο δύστυχος.
Παράτησε το
σπίτι του και
τα μεγαλεία
και έφυγε. Είπε
στον πατέρα
του «πάρε εσύ το
σπίτι, παίρνω
εγώ τους
δρόμους». Πήρε,
λοιπόν, «την
σχιστή οδό»
(εστιάστε στον
όρο σχιστή) και
όταν
κουράστηκε, απ’
τα πρησμένα
πόδια του,
κάθησε στην
άκρη να φάει.
Εκεί που
άνοιξε το
δισάκι του και
έτρωγε, νάσου
τρέχοντας ο
Λάϊος
φουριόζος πάνω
στο αρμα. «Κάνε
στην άκρη ρε». Τα
υπόλοιπα είναι
γνωστά.
Ανταλλάχθηκαν
κουβέντες,
τραβήχτηκαν
φαλτσέτες,
βοήθησε κι η
Αθηνά και τον
πέταξε τον
Λάϊο σε ένα
χαντάκι πάρα
πέρα. Μα δεν
ήξερε, κύριε
ψυχαναλυτά. Ο
πατέρας του
ήταν στην
Κόρινθο.
Ο
φιλόσοφος
τσινάει
άγαρμπα.
«Απέρχομαι,
απέρχομαι, μη
κράει με». Έχω
δουλειές στο
βουνό. Πώς το
λένε στο βουνό;
Το βουνό το
λένε «Είναι», και
βγήκανε οι βρούβες.
Πάω να τις
μαζέψω. Ξέχασα
να σας πω, ότι
προηγουμένως ο
φίλος μας ο
Ανδρέας ο
Παπανικολάου
του είχε
δείξει κάτι
φωτογραφίες
από το ΡΕΤ και
το MRI του
και του είπε:
βλέπεις εδώ;
Εδώ είναι ο
εγκέφαλος. Εδώ
λέγεται
αμυγδαλοειδής
πυρήνας, εδώ
πρόσθια
κροταφική
έλικα, βλέπεις
είναι κόκκινη.
Την έβγαλα από
κάποιον που
του είπα να
σκεφτεί τα
μπούτια της
Μαίριλιν Μονρόε.
Έπεσε σε
κατάθλιψη ο
φιλόσοφος που
είδε επιτέλους
τον εγκέφαλο.
Και από τότε
«μισανθρωπίσας
απέφευγεν»
όπως ο
Ηράκλειτος.
Πέταξε και το
δισάκι πούχε
κρυμμένα τα
όπλα του και
έφυγε για το
βουνό. Που
καιρός για
ερωτήσεις, πια.
Αντί να πιάσει
τον Αντρέα από το
γιακά και να
του πει: Τι
εννοείς παιδί
μου; Τι είναι
εγκέφαλος; Τι
είναι σκέψη; Τι
είναι
αμυγδαλή; Τι είναι
κόκκινο; Τι
είναι μπούτια;
Ακόμη και τι είναι
Μαίριλυν
Μονρόε. Τι
είναι ένα
όνομα, δηλαδή;
Αργότερα
κάποιες κακιές
γλώσσες λένε,
πως όταν έγινε
βραχυκύκλωμα
στο «Σπίτι»
είδαν τον
Αντρέα να ψάχνει
στα κλεφτά κι
απεγνωσμένα
στο δισάκι που
πέταξε ο
φιλόσοφος. Ο
ίδιος είπε ότι
έψαχνε μια
ασφάλεια για το
κύκλωμα, κι ότι
σκέφτηκε μήπως
βρει καμία στο
δισάκι, γιατί
παλιά οι
φιλόσοφοι τα
μάζευαν όλα. Παλιά
όμως.
Τώρα,
έχοντας
αποτραβηχτεί
αλαζονικά στο
«είναι», έθεσαν
για πάντα ένα
ριζικό χωρισμό
ανάμεσα στη σκέψη
του Είναι και
στη γνώση των
όντων και η γνώση
των όντων
εγκαταλείπεται
σε μια
επιστήμη που
ταυτίζεται με
την τεχνική. Θα
επανέλθω. Και
οι τρεις δεν
ξέρουν. Μα
μήπως ήξερε κι
ο Σοφοκλής; Ο
ίδιος δηλώνει
ότι δεν ξέρει.
Βάζει το χορό
και λέει: «Έλα
τώρα καϋμένε,
πώς κάνεις
έτσι; Μήπως
όλοι μας δεν έχουμε
δει στα όνειρά
μας τη μάνα μας
γυμνή;».
Όλα
αυτά σας τα
διηγήθηκα, για
να μπορέσω να
διερωτηθώ αν
το σώμα της
επιστήμης
μπορεί να έχει
απάντηση και
μπορεί να
δώσει μια λύση
για την
τραγικότητα
του ανθρωπίνου
όντος. Γιατί
έβγαλε τα
μάτια του ο
υβριστής; Τι
δεν ήθελε να
βλέπει; Μήπως
δεν ήθελε να
τον βλέπουν;
Δηλαδή να
βλέπει ότι τον
βλέπουν; Και
τέλος πάντων
τι είναι
βλέμμα, είναι
αυτό που
βλέπουμε ή
είμαστε αυτό
που μας
βλέπουν; Τι
είναι γλώσσα;
Αυτά που λέμε;
Αυτά που λέμε
κι ακούν οι
άλλοι; ή αυτά
που λέμε κι
ακούμε εμείς;
Δηλαδή, η
γλώσσα είναι
ένα μήνυμα, μια
κίνηση
σωματική των
γλωσσικών
μυών, η οποία
παράγεται από
ηλεκτρικές
εγκεφαλικές εκκενώσεις
κι απευθύνουν
ένα μήνυμα
στους άλλους; Ή
μήπως αυτό το
μήνυμα είναι
και για μας; Η
γλωσσική γκάφα
για
παράδειγμα.
Είτε έχει
δίκιο η
ψυχανάλυση
είτε όχι δεν
έχει σαν
δράστη της το
Συνειδητό, και
δεν μπορεί να
του φορτωθεί
σαν δικό του
αμάρτημα. Διότι
το μήνυμα του
ομιλητή δεν
απευθύνεται
μόνον στον
άλλο, στον
απέναντι άλλο,
μα και στον
ίδιο τον εαυτό
του. Προπαντός
εκεί. Είναι
ένας διάλογος
που ανοίγει η
Απουσία με την
Παρουσία. Το
Ασυνείδητο με
το Συνειδητό.
Αν
ομιλώντας τη
λέξη «πείρος»,
πούμε τη λέξη
«Σπύρος»,
προφανώς εδώ
γίνεται ένα
γλωσσικό
ολίσθημα, για το
οποίο η
ψυχανάλυση, ο
αναλυόμενος
δηλαδή θα
μπορούσε να
πει πολλά, και
λέει πολλά. Ας
δούμε τι λέει η
νευροεπιστήμη.
Ρωτώντας την
μαθαίνουμε ότι
ο εγκέφαλος
σκεπτόμενος
και δίνοντας
εντολή κινήσεων
στους μυες της
γλώσσας, στους
υπογλώσσιους
μυες, στις
φωνητικές
χορδές, και
στους υπόλοιπους
μυες όπως οι
βυκανητικοί,
οι υπογνάθιοι,
οι πτερυγοειδείς
και λοιποί,
μπορεί μέσα
στη βιασύνη
του να κάνει
λάθος.
Προφανώς. Αλλά
τι σημαίνει
λάθος; Αυτά που
λέει ή που
διατάζει να
ειπωθούν ένας
εγκέφαλος δεν
είναι τυχαία
φωνήματα.
Είναι φωνήματα
νοημάτων. Γιατί
τότε δεν θα μας
καταλάβαινε
κανείς. Έχουν,
δηλαδή, κάποιο
νόημα. Άρα
λοιπόν, το
λάθος που
έγινε είναι
λάθος νοήματος
κι όχι λάθος
φωνήματος.
Γιατί η γλώσσα
δεν είναι
γλώσσα
φωνημάτων,
αλλά γλώσσα
νοημάτων.
Είναι μια «Φάτις».
Αμπεμπα μπλόμ
δεν σημαίνει
τίποτα.
Τραπέζι, όμως
σημαίνει κάτι,
το οποίο έχει
ένα νόημα που ο
άλλος το
συλλαμβάνει.
Άρα λοιπόν, το λάθος
είναι ένα
λάθος
νοήματος. Αυτό
πιστεύει κι η ψυχανάλυση
απ’ το 1898 και
προσπαθεί να
αναλύσει αυτό το
λάθος και το
νόημά του. Το
«υποκείμενο»
της γλώσσας
δεν είναι
ενορμητικό
«υποκείμενο».
Είναι μια
«Φάτις». Από τη
στιγμή που ο
στοματικός
μηχανισμός
επενδύει μια
δραστηριότητα
που δεν
παρέχει καμμιά
ηδονή οργάνου,
υπάρχει μια
μετουσιωμένη
δραστηριότητα.
Το ομιλείν
είναι μια
μετουσιωμένη
δραστηριότητα,
πρώτα επειδή
δεν παρέχει
καμμία ηδονή
οργάνου, μετά
και ιδίως
επειδή είναι
ενοργανωμένη
εντός και δια
μιας
δημιουργίας
που ξεπερνά
τις δυνατότητες
της μοναδικής
ψυχής: η
δημιουργία
είναι η θέσμιση
της γλώσσας.
Επειδή το
ομιλείν
συνεπάγεται
πάντοτε,
δυνάμει ότι
απευθύνεται
κανείς στους
άλλους,
πραγματικούς
μετέχοντες
στην κοινωνία.
Ακόμη και οι
ψυχωτικοί.
Δεν
περνάμε δηλαδή
με τη γλώσσα
κάθε φορά από
ένα υλικο –
νευρο –
φυσιολογικό
σχηματισμό
σφαιρικό και
ακριβή ως
«αίτιο» σ’ έναν
άλλον τέτοιο
σχηματισμό ως
αποτέλεσμα.
Γιατί αυτά τα
ίδια τα
γεγονότα θα
ήταν ανίκανη
να τα συλλάβει.
Παρακαλώ την
προσοχή σας.
Μια λέξη σ’ ένα
τηλεγράφημα
προκαλεί έναν
παγκόσμιο
πόλεμο. Αν οι
παραστάσεις
είναι
αναμεταδότες,
η αλυσίδα των
καθορισμών δεν
σπάει τυπικά.
Είναι σαφές, ότι
μια περιγραφή
της έκρηξης
του πρώτου
παγκοσμίου
πολέμου με
όρους
ηλεκτρικού
ρεύματος που
μετατοπίζεται
κατά μήκος των
τηλεγραφικών
καλωδίων και
των νευρωνικών
κυκλωμάτων του
Γουλιέλμου Κάϊζερ,
του Τσάρου, του
Σερ Έντουαρντ
Γκρεϋ, του Πουανκαρέ
και του Βινιάνι
είναι
παράλογη,
επειδή ακριβώς
δεν μπορεί να
δώσει με τους
δικούς της
όρους το
αντικείμενό
της. Δηλαδή, με
ηλεκτρικούς
όρους, να πούμε
γιατί έγινε ο
πόλεμος.
Δηλαδή, με
όρους φυσικής
και νευροεπιστήμης
δεν μπορείς να
δικαιολογήσεις
τους είκοσι
εκατομύρια
νεκρούς. Δεν
μπορούμε να
καταλάβουμε
τίποτα απ’ την
ανθρώπινη ψυχή
αν αρνούμαστε
να διαπιστώσουμε
ότι στη βάση
όλων των
ειδικοτήτων
της βρίσκεται
η υποκατάσταση
της ηδονής του
οργάνου, απ’ την
ηδονή της
παράστασης.
Μετατροπή
ογκώδης συν-πρωταρχική
της
ανθρωπότητας.
Που παίρνει, η
ηδονή της
παράστασης,
την μορφή της φαντασμάτευσης,
της ικανότητας
της ριζικής
φαντασίας του
ανθρώπου. Και
που βλέπουμε
την ψυχή να πραγματοποιεί
τη δυνατότητα
να
ικανοποιηθεί
με κάποιο
πράγμα που δεν
είναι πια η
κατάσταση ενός
οργάνου. Οι
λέξεις, ένα
μποτίνι ή ένα
λερωμένο κυλοτάκι
ως αντικείμενο
φετίχ, κι όσο
πιο λερωμένο
τόσο πιο καλά,
είναι μια
πρόκληση σε
κάθε αφελή Δαρβινική
σεξουαλική
θεωρία, τύπου
Ραμαχάντραν, έστω κι
επειδή κατά το
μεγαλύτερο
μέρος της
ιστορίας τους οι
άνθρωποι
βάδιζαν
ξυπόλητοι ή
ξεβράκωτοι.
Δεν υπάρχει
μωρό που να μην
κάνει διάκριση
μεταξύ μιας
ματιάς μίσους
και μιας
ματιάς αγάπης,
όσοι ασχολούνται
με την
ψυχανάλυση το
ξέρουν πολύ
καλά. Και υπ’
αυτές τις
συνθήκες
μαθαίνει
επίσης κανείς
να μιλά. Δηλαδή,
δέχεται ότι η
σημασία και το
νόημα μιας
λέξης είναι
εκείνα που της
προσάπτουν οι
άλλοι. Πάντα οι άλλοι,
και στην
περίπτωση που
δεν υπακούσει
τον περιμένει
η ψύχωση.
Δηλαδή, το
«ανελέητο
κράτος της μοναχικής
πεποίθησης»,
όπως μας λέει
περίφημα ο Μωρίς
Νταγιάν. Ας
προχωρήσουμε.
Στην
πόλη Άβδηρα,
ανάμεσα στους
Αβδηρίτες που
οι χαιρέκακοι
Αθηναίοι τους
κατηγορούσαν
σαν μπουνταλάδες
και τους
λοιδωρούσαν,
παρουσιάστηκε
κάποτε ένας
φιλόσοφος που
για άλλα θα
ήθελε να μείνει
στην ιστορία
γνωστός τοις
επιγενομένοις
και για άλλα
έμεινε. Ο
φιλόσοφος
αυτός που ήταν ο
Δημόκριτος,
ήταν εκείνος
που μαζί με το
δάσκαλό του το
Λεύκιππο θα
μπορούσαν να
κερδίσουν
σήμερα άνετα
από κοινού το
Νόμπελ για την
ανακάλυψη της ατομικής
θεωρίας. Έτσι
λέμε στους
τουρίστες και
μειώνουμε έτσι
τους προγόνους
μας. Διότι
ανάμεσα σε
άλλα που έχουν
καθ’
ολοκληρίαν
χαθεί και σε
ολίγιστα και αποσπασματικά
που το σαράκι
του χρόνου
επέτρεψε να
επιβιώσουν, ο
Δημόκριτος
είπε κυρίως το
εξής παράδοξο:
«Εν όλω τω
σώματι είναι
την διάνοιαν». Σ’
ολόκληρο το
κορμί είναι
κατασπαρμένη η
διάνοια. Απ’ το
μετωπιαίο λοβό
μέχρι το μικρό
μας δαχτυλάκι.
Διαβάζοντας
μια σύγχρονη
παθολογία του
Κρουπ, ας πούμε,
ή του Χάρισσον,
ρίχνοντας
δηλαδή ματιές
στο σώμα της
επιστήμης,
βλέπουμε ότι,
για να τραφεί ένα
σώμα χρειάζονται
τόσες θερμίδες
την ημέρα,
τόσες
πρωτεΐνες, τόσοι
υδατάνθρακες,
τόσα λίπη και
γενικά τόσα
πράγματα λίαν
γνωστά στους
παροικούντες
την Ιερουσαλήμ
της ιατρικής.
Αλήθεια, ο
κύριος
Χάρισσον θα ξερνούσε
ή δεν θα
ξερνούσε αν
ένας Εσκιμώος
του έδινε να
φάει σκουλίκια
πλούσια σε
πρωτεΐνες και
υδατάνθρακες;
Μάλλον ναι. Αν
πρώτα, όμως, τα
περνούσε σε
μπλέντερ, τα
σωτάριζε με
ψιλοκομμένο
κρεμμυδάκι και
τα έβαζε σαν
γαρνιτούρα
δίπλα σ’ ένα
καλοψημένο
φιλέτο
προβενσάλ,
μάλλον όχι.
Γιατί τη μια
δρα σαν εμμετικό
και την άλλη
δρα σαν
θαυμάσια
σάλτσα; Το σώμα
της επιστήμης
δηλαδή οι
χιλιάδες τόμοι
περί πείνας,
περί πρωτεϊνών,
περί κυττάρων
και εντερικών
λαχνών, περί
κυτταρικής
μεμβράνης,
περί υποδοχέων
Gaba και
συνάψεων
ακετυλοχολίνης
τι παθαίνουν
στη μια και
στην άλλη περίπτωση;
Αναρωτιέμαι,
λοιπόν, αν όλοι
αυτοί οι τόμοι
της ιατρικής
φυσιολογίας
μας επιτρέπουν
άραγε να
καταλάβουμε
την άπειρη
ποικιλία των
ανά τον κόσμο
συστημάτων
διατροφής;
Είναι η
ανυπέρβλητη
ανάγκη για
τόσες χιλιάδες
θερμίδες
ημερησίως ή κάτι
άλλο; Είναι
βέβαιον,
βεβαιώνει
δηλαδή το ίδιο
το σώμα της επιστήμης,
ότι θα αρκούσε
ένα κιλό γάλα
την ημέρα και
λίγο ψωμί για
οποιοδήποτε
ανθρώπινο σώμα
πάνω στη γη.
Ακόμια πιο
πολύ. Τι
απαντάει το
σώμα της επιστήμης
στην εμπειρία
του σώματος
ενός Ανορεκτικού;
Τι τρώει ο
Ανορεκτικός;
Γιατί προτιμά
να πεθάνει το σώμα
μιας
Ανορεκτικής
κοπελίτσας,
ενώ το σώμα της
επιστήμης
διαβεβαιώνει
με χιλιάδες
πτυχία ιατρικής
διασκορπισμένα
απανταχού της
γης, ότι η έλλειψη
γλυκόζης
πυροδοτεί το
μηχανισμό της
πείνας, ότι ο
κύκλος του Krebs
επειγόντως
δίνει σήμα για
παραγωγή 36
μορίων ΑΤΡ (ενέργειας
δηλαδή). Γιατί
δεν τρώει ένας
Ανορεκτικός;
Τι τρώει ένας
Ανορεκτικός.
Το σώμα της
επιστήμης
αδυνατεί να
καταλάβει ότι
πιθανώς να
τρώει «το τίποτα».
Αντίθετα, τι
καταναλώνει
άραγε ένας βουλημικός;
Τα πάντα. Το
σύμπαν
ολόκληρο.
Αν το
σώμα της
Επιστήμης
δηλώνει
«εγωϊστικά» ότι
το γονίδιο
είναι
εγωϊστικό θα
έπρεπε το ίδιο
το γονίδιο να
μην επιτρέπει
παρεκτροπές
του «εγωϊσμού του».
Τι δηλώνουν,
άραγε, οι
αυθαιρεσίες
των δύο ανωτέρω;
Μήπως ότι αυτό
το έμβιο ον
αυτό το
αυτόματον –
έμβιο πρέπει
να το
σκεφτόμαστε
μόνο απ’ το
εσωτερικό του;
ότι αυτό το
ίδιο φτιάχνει
το πλαίσιο
μέσα στο οποίο
έχει νόημα και
ύπαρξη; ότι
είναι το a priori του
εαυτού του;
Κοντολογίς,
ότι ένα «έμβιο –
είναι» είναι
ένα «είναι δι’
εαυτό»; Τι τρώει
μια
Ανορεχτική;
Τίποτα. Τρώει
«το τίποτα».
Γιατί δεν της
έλειψε τίποτα.
Γιατί είναι η
«έλλειψη» που
της λείπει. Εδώ
το σώμα της
Επιστήμης
παραμένη
εννεό. Ψάχνει
για έλλειψη
ενζύμων, βιταμινών,
ηλεκτρολυτών.
Βγάζει
ακτινογραφίες,
υπερηχογραφήματα,
ζυγίζει, μετρά
σωματικές
μάζες και
δειλά δειλά
παραπέμπει
στον ψυχίατρο,
αφού πρώτα
επισημαίνει
εντόνως δια
μέσου
Πανεπιστημίων και
τηλεοράσεων,
ότι όπου να
΄ναι έρχονται
τα γονιδιακά
φάρμακα.
Παραλαμβάνοντας
ο ψυχίατρος
την Ανορεκτική,
αν τύχει κι
έρχεται τις
Τετάρτες στο
Γουδί, αν κάπου κάπου
το Σάββατο
περιδιαβαίνει
στην Ασκληπιού
τα
βιβλιοπωλεία,
αν τέλος
πάντων, έχει
πέσει στην αντίληψή
του ο στίχος
«Ωχράν τη θέλω
και λευκήν ως νεκρικήν
σινδόνην» του
Αχιλλέα
Παράσχου, θα
καθήσει κανένα
τεταρτάκι μαζί
της, θα τη
ρωτήσει για τα
μαθήματα για
το μπαμπά, τη
μαμά, τους
παπούδες / όλα
τέλεια), κι αφού
βαρεθεί θα της
πει. «Ε, βρε παιδί
μου φάε και λίγο.
Όλα τέλεια
είναι. Δεν σου
λείπει τίποτα».
Ακριβώς. Δεν
της λείπει
τίποτα. Θα
ανοίξει τότε
το συρτάρι του
και θα της
δώσει ένα
κουτί με χάπια.
Ένα φάρμακο
χωρίς
ονοματεπώνυμο.
Ένα φάρμακο
χωρίς ταυτότητα,
που πωλείται
απ’ άκρον εις
άκρον της γης.
Για όλα τα
σώματα. Για όλα
τα κύτταρα. Για
όλες τις
συνάψεις και
θα της πει. «Θα σε
ξαναδω σε κανα
μήνα». Ένα
φάρμακο που
απευθύνεται σε
κύτταρα, σε
κομμάτια
δηλαδή. Γιατί,
είπαμε. Το σώμα
της επιστήμης,
είναι
αναγωγικό.
Είναι
αιτοκρατικό. Η
ανορεκτικότητα
της μικρής, δεν
είναι
ανορεκτικότητα
με ονοματεπώνυμο,
σε
συγκεκριμένο
σώμα, ενός
συγκεκριμένου
ατόμου, που
βιώνει μια
συγκεκριμένη
και αυστηρώς
ατομική
εμπειρία
σώματος. Είναι
μια πάθηση του
εγκεφάλου. Ο
οποίος
εγκέφαλος
αποτελείται
από κύτταρα, τα οποία
κύτταρα
αποτελούνται
από οργανίδια.
Και ούτω καθ’
εξής. Άρα
χημεία.
Ξεχνάει, όμως, η
επιστήμη, ότι ο
άνθρωπος
γίνεται
κομμάτια, θα
‘λεγα
συντρίμμια. Ο Μεφιστοφελής
γίνεται σ’ αυτό
το σημείο
χαιρέκακα ειλικρινής
όταν ψιθυρίζει
στο αυτί του
Φάουστ.
«Κάτι
ολοζώντανο
όποιος θέλει
να γνωρίσει
πρώτα
ζητά το πνεύμα
να χωρίσει.
Τότε
έχει τα
κομμάτια όλα
στο χέρι
και
λείπει μοναχά
ο πνευματικός
δεσμός
για
εγχείρηση της
φύσης η χημεία
το ξέρει».
Αν
προσπαθήσουμε
να τη
ρωτήσουμε τη
χημεία, εννοώ
αλλά και η
φυσική, τότε,
όπως επαρκώς
γνωρίζετε, φτάνουμε
σ’ ένα σημείο
όπου ο σκληρός
παγκίτης επιστήμων
Φυσικοχημικός
ή άλλος
αρχίζει να
ψελλίζει δύο
λέξεις. «Δεν
ξέρω». Μετά από
ένα ορισμένο
αριθμό
ερωτήσεων τι
είναι κύτταρο,
τι είναι
μεμβράνη, τι
είναι DNA, τι είναι
γονίδιο, τι
είναι
Γουανίνη, τι
είναι ο άνθρακας,
τι είναι το
πρωτόνιο, τι
είναι το
ηλεκτρόνιο, τι
είναι το μποζόνιο,
τι είναι το
κουάρκ, δηλαδή
όταν πλησιάσουμε
την
κβαντομηχανική
δεν υπάρχει
έδαφος για στήριξη
πια. Εκεί πια το
φως, είναι κύμα
ηλεκτρομαγνητικό,
αλλά συγχρόνως
και σώμα. Εκεί
πια το ηλεκτρόνιο
έχει αρνητικό
φορτίο αλλά
και θετικό και
λέγεται ποζιτρόνιο
και αν τα
φέρουμε σ’
επαφή
εξαφανίζονται
(εξαΰλωση
λέγεται το
φαινόμενο) και
στη θέση τους έχουμε
ενέργεια. Όλα
αυτά
αποδεδειγμένα.
Όλα αυτά επιστημονικά,
εννοώ
μαθηματικώς
αποδεδειγμένα.
Παρ’ όλα αυτά
όταν ρώτησαν
τον κύριο
Χαϊζεμπεργκ πού
βρίσκεται το
ηλεκτρόνιο,
απάντησε με τη
γνωστή του
αρχή, η οποία
συνοψίζεται
χιουμοριστικά ως εξής. Εδώ
παπάς, εκεί ο
παπάς, πού
είναι ο παπάς;
Παρακαλώ. Σέβομαι
απόλυτα και
την χημεία και
τη φυσική και την
επιστήμη.
Μάλιστα τη
σέβομαι και
εμφύτως και ενστικτωδώς.
Κάποτε είχα
πει στον φίλο
μας, τον Αντρέα
τον Παπανικολάου
ότι αν τον
πονέσει το
στομάχι του,
εκείνη τη
στιγμή θα
τσακιστούμε να
τον τρέξουμε
στο πλησιέστερο
Νοσοκομείο.
Ξεχνώντας τα
κουάρκς. Αυτό δείχνει
κάτι.
Τουλάχιστον το
σεβασμό μας.
Δεν παίζουμε
με τον
ανθρώπινο
πόνο. Άλλοι
όμως παίζουν,
όπως αυτός. ( Εδώ
επιδεικνύω μια
ακτινογραφία
κάτω κοιλίας όπου
φαίνεται εντός
του παχέος
εντέρου στο
ύψος της
σιγμοορθικής
καμπής ένας
αφρός
ξυρίσματος σε μπουκάλι
αλουμινένιο με
το πώμα του,
μήκους 25 cm και διαμέτρου 8,5 cm.
Ο
κύριος αυτός
ομοφυλόφιλος
πιθανόν, είναι
σκοτεινός και
βαλτώδης o
όρος σύμφωνα
με τα λίγα
κολλυβογράμματα
της ψυχανάλυσης
που ξέρω. Ο
κύριος λοιπόν
αυτός προσήλθε
στο ιατρείο
ενός φίλου
χειρουργού και
του είπε «Το και
το, Γιατρέ
έχασα κάτι». (οι
ψυχαναλυτές
της παρέας
είμαι βέβαιος
ότι θα
χαμογελάσουν
με το «έχασα»). Το
σώμα της
επιστήμης έδρασε
ως ώφειλεν
ακαριαίως.
Μετά δύο ώρες
χειρουργείο
έβγαλε το
μπουκάλι αυτό.
Ας ρωτήσουμε
την επιστήμη.
Η
θεολογία
έντρομη θα
ομιλήσει περί
αμαρτίας. Περί
κατάργησης και
εξευτελισμού
της ιερότητας και
των
παραδεδομένων
αξιών. Ο
ομοφυλόφιλος
κύριος πιθανόν
να της
απαντούσε για
το ευεπίρροπον
της αμαρτίας.
Ακόμη και στον
παράδεισο οι
άλλοι αμάρτησαν,
πόσο μάλλον
εμείς οι
γήϊνοι. Παρ’ όλα
αυτά για την
εμπειρία του
σώματος του εν
λόγω κυρίου
τσιμουδιά. Η ιατρική
έκανε το
καθήκον της το
είδαμε. Σε
ερώτηση μου
πως βρέθηκε
εκεί μέσα πως
ανέβηκε εκεί
πάνω, τσιμουδιά.
Σας πληροφορώ
ότι το έντερο
κάνουν δύο
ειδών
κινήσεις. Τις
εκκρεμοειδείς
πέρα δώθε δηλαδή
και τις
περισταλτικές
δηλαδή τοπική
περίσφιξη και
μεταφορά της
περίσφιξης
προς τον
πρωκτό.
Θάπρεπε λοιπόν το
μπουκάλι αυτό
να βρίσκεται
στο ορθό κι όχι
να περάσει το
σιγμοειδές και
να θέλει ανέβη
στο κατιόν
κόλον. Παρόλα
αυτά δεν είναι
αυτό το θέμα
μας, δεν είναι η
εντερική
εισρόφηση του
μπουκαλιού. Το θέμα
μας είναι ότι
το σώμα της
επιστήμης
θάπρεπε δια
μέσω του πόνου,
δια μέσου των
ρίξεων και των ραγάδων
του πρωκτού να
μην επιτρέψει
την εισρόφηση.
Εξ άλλου η
παθολογία μας
μιλάει περί
πόνου. ΄Αραγε, ο
πόνος αυτός
έχει σχέση με
το αίσθημα του
εν λόγω κυρίου;
Το σώμα της
επιστήμης
μπορεί να
εξηγήσει ρητά,
σαφώς και
ολοκληρωμένα
το αίσθημα του
πόνου ή της ηδονής
που αισθάνθηκε
ο κύριος αυτός;
Μπορεί δηλαδή
το σώμα της
επιστήμης να
αρθρώσει λόγο
για εν προκειμένω
εμπειρία του
σώματος;
Κάποτε η φίλη
μας η κυρία Στυλιανοπούλου
μας ανέφερε
και μας έδειξε
τις μεταβολές
στον εγκέφαλο
των ποντικών
δια μέσου της
εμπειρίας.
Νομιμοποιούμαστε
νομίζω να
ρωτήσουμε. ΄Αραγε
υπήρξαν
μεταβολές
στη
ποντικότητα των
ποντικών δια
μέσου αυτής
της
εγκεφαλικής
μεταβολής;
΄Αραγε αυτό το
οποίο
μεταβάλλεται
είναι ο
αριθμός των
συνάψεων, ο
αριθμός των
κυττάρων και
των συνάψεων ή
υπερπλάσσονται
τα κύτταρα;
Νομιμοποιούμαστε
αραγε να μεταφέρουμε
τα δεδομένα
της διδαχής
που κάναμε και
στο ανθρώπινο
πεδίο ; ΄Αραγε
νομιμοποιούμαστε
να πούμε ότι
μπορούμε να
διδάξουμε, να
εκπαιδεύσουμε,
να εκγυμνάσουμε
ανθρώπινους
εγκεφάλους, με
οποιονδήποτε
τρόπο και
οιανδήποτε
τεχνική ώστε
αυξάνοντας τις
συνάψεις τα
κύτταρα και
τις συνάψεις ή
υπερπλασσοντάς
τα, ώστε να
λάβουν την
κατάλληλη
απόφαση για
μια θετική ή
αρνητική
απάντηση στο
αν πρέπει να
παντρευτούν ή
να χωρίσουν ή
και να
ψηφίσουν το
τάδε κόμμα:
Μπορούμε
άραγε να
εκγυμνάσουμε
ένα εγκέφαλο
ώστε να
αισθάνεται και
να ρέπει σε
συγκεκριμε΄να
καλά
συναισθήματα
και όχι σε
άλλα;Ποια
είναι αυτά;
Ποιός
άραγε θάναι ο
κριτής αυτών
των
συναισθημάτων;
Γιατί άραγε
μέχρι τώρα το
σώμα της
επιστήμης δεν
βρήκε μια
κλίμακα τέλος
πάντων
μέτρησης των
συναισθημάτων
π.χ. της λύπης
μας. Γύρω από το
φέρετρο του
πατέρα μου
είμαστε εγώ
τ΄αδέλφια μου
ή μάνα μου και
οι λοιποί συγγενείς που λένε
τα κηδειόσημα.
Ποιός
λυπόνταν πιο πολύ;
΄Ολοι μας
κλαίγαμε. Η μάνα
μου άραγε
έκλαιγε
επειδή έχασε
τον άντρα της ή
έκλαιγε από τη
χαρά της
που έχασε τον
άντρα της; Εγώ
έκλαιγα που
έχασα τον
πατέρα μου που
έχασα τη
μοτοσυκλέττα
που μου είχε
τάξει ή που
έχα΄σα το
ταξίδι που
θάκανα με τη γκόμενα:
Τι απ’ όλα αυτά;
Μήπως όλα;
Μήπως μια
συμπυκνωμένη
σούπα διαφόρων
συναισθημάτων
αναδύθηκε στον
εγκέφαλο;
΄Αραγε ο
μεσαίος μου
αδελφός που δεν
έκλαιγε δεν
λυπόταν;
΄Αραγε αγαπητέ
Αντρέα
Παπανικολάου,
όταν
καλωδιώνεις το
πειραματόζωο
και δείχνοντάς
του τα μπούτια
της Μαίριλιν
Μονρόε και
βλέποντας την
αιματική ροή
στον
αμυγδαλοειδή
πυρήνα πώς βεβαιώνεσαι
ότι η αιματική
ροή οφείλεται
στα συγκεκριμένα
μπούτια κι΄όχι
στα συμβολικά
μπούτια της
θείας μας που
της κάναμε
μπανιστήρι
όταν είμαστε
μικροί; Πως δηλαδή
μπορείς να
κάνεις
διαχωρισμό
συναισθημάτων;
Μπορείς άραγε;
Θα μπορέσεις
άραγε; Που
ερίδεται η
βεβαιότητα ότι
υπάρχει
αυθεντική
έκφραση
ενός και
μόνον συναισθήματος:
κι όχι ένας
αχταρμάς
παραστάσεων και
συναισθημάτων
τα οποία
πυροδοτούνται
απ’ τη συγκεκριμένη
φωτογραφία. ΄Η
όπως πιστεύω
εγώ και δίχως
την
συγκεκριμένη
φωτογραφία.
Πώς μπορούμε να
κατορθώσουμε να
απομονώσουμε
μια εικόνα, ένα
συναίσθημα μια
λειτουργία,
και να τη
φωτογραφήσουμε;
απομονώνονται
οι σκέψεις; Τα
εγκεφαλικά
κύτταρα
εκκρίνουν συναισθήματα
όπως τα
ηπατικά
κύτταρα τη
χολή; Θα μπορούσαμε
να πούμε
στο
καθιερωμένο
σύστημα
μέτρησης ΜΚΣ
ότι μετρήσαμε 20 mgr σκέψης;
΄Αραγε κάποιος
μικροβιοφοβικός
που περνάει τη
πόρτα ενός
ψυχαναλυτή ζητώντας
βοήθεια επειδή
πλένει 500 φορές
τη μέρα τα χέρια
του και
βγαίνει μετά
από 4 χρόνια και
τα πλένει 2-3τι
εννοιολογική
μεταβολή
υπέστη ο
εγκέφαλός του;
Με
λίγα λόγια
πρέπει πάση
θυσία να
χτιστεί η γέφυρα
ανάμεσα σ’
αυτόν εδώ τον
κόσμο και την
κβαντική περιγραφή
και προφανώς
αυτό δεν
μπορεί
να γίνει
γεγονός που
βρίσκεται στη
καρδιά των
δυσκολιών της
σύγχρονης
επιστήμης. Σας
διαβάζω
Χάϊζεμπεργκ
απ’ την
τελευταία του
ομιλία το 1976 στη
Χαϊδελβέργη.
«Το
άτομο, όπως μας
πληροφορεί η
θεωρία Βοhr,
συνίσταται από
ένα βαρύ
πυρήνα και από
τα ηλεκτρόνια
που
περιφέρονται
γύρω του. Δεν
γνωρίζουμε τι
σημαίνει ο
όρος περιφέρονται.
΄Οσον
αφορά τα
ηλεκτρόνια το
πεδίο εφαρμογής
των
διαισθητικών
εννοιών της
παλαιάς φυσικής
όπως η θέση, η
ταχύτητα και η
ενέργεια έχει
ήδη περιοριστεί.
Χωρίς
αυτόν τον
περιορισμό δεν
θα μπορούσαμε
να
κατανοήσουμε
την
σταθερότητα
των ατόμων. Μπορούμε
να
περιγράψουμε
με μαθηματικές
σχέσεις αυτό
που πιθανόν
συμβαίνει στο
ηλεκτρόνιο σ’
ένα δεδομένο
πείραμα, αλλά
δεν μπορούμε
να θεωρούμε
αυτόν τον
ισχυρισμό αντικειμενικό,
δηλαδή
ως απόφανση
που
ισχύει γενικά
για το
ηλεκτρόνιο. Το
ερώτημα από τι
αποτελούνται
τα ηλεκτρόνια
ή άλλα στοιχειώδη
σωματίδια όπως
πρωτόνια και
νετρόνια οδηγεί
σε περαιτέρω μη
διαισθητική
αφαίρεση.
Μπορούν
αυτές οι
οντότητες να
διαιρεθούν σε
ακόμη
μικρότερους
δομικούς
λίθους ή έιναι
πράγματι
αδιαίρετες
τελικές
ποσότητες όπως
στη φιλοσοφία
του
Δημόκριτου: Η
απάντηση
δόθηκε τα τελευταία
είκοσι χρόνια
απ’ τους
γιγάντιους
επιταχυντές.
Τη προσοχή σας
παρακαλώ. Αν
δύο στοιχειώδη
σωματίδια με
μεγάλη
ενέργεια
οδηγηθούν σε
σύγκρουση
μπορεί να
προκύψουν κατά
τη διαδικασία
της διάσπασης
πολλά
κομμάτια, τα
οποία ΔΕΝ
σημαίνει
ότι θα είναι
μικρότερα απ’
τα αρχικά
σωματίδια που
διασπάστηκαν.
Στην
πραγματικότητα
είναι ζήτημα
παραγωγής νέων
σωματιδίων απ’
την κινητική
ενέργεια των
συγκρουομένων
σωματιδίων.
΄Ετσι η έννοια
της διαίρεσης απώλεσε
το νόημά της
όπως και η
έννοια του
σωματιδίου
ελάχιστου
μεγέθους. Αν η
ενέργεια
μετατρέπεται
σε ύλη, δυνατότητα
που είιχε
προβλέψει η
θεωρία της
σχετικότητας
(σας θυμίζω ότι
αυτό λέγεται
«δίδυμος γέννεσις».
Δηλαδή από ένα
ποσόν
ενέργειας
παράγονται δύο
όμοια
σωματίδια με
αντίθετο
φορτίο και
αντίθετο σπιν
(π.χ. ηλεκτρόνιο
και
ποζιτρόνιο) αυτό
γίνεται με τη
μορφή
σωματιδίων.
Και συνεχίζει
«η πορεία προς
την αφαίρεση
δεν
συνεχίζεται
επ’ άπειρον και
το πλατωνικό
ερώτημα περί
της
πραγματικότητας
εμφανίζεται
πάλι μπροστά
μας. Σ’ αυτή την
περίπτωση με
τη μορφή του
ακόλουθου
ερωτήματος.
Είναι οι
έσχατες οντότητες
πραγματικοί
δομικόι λίθοι
της ύλης ή
είναι απλώς μαθηματικές
παραστάσεις;».
Σε
όλα αυτά
προσθέστε σας
παρακαλώ την
πιο κάτω ιστοριούλα
για σάλτσα.
Στην ιστορία
της μαθηματικής
η κρίση
εκτυλίχθηκε με
την
αυστηρότητά
μας τραγωδίας,
όπου η ΄Υβρις,
οδηγεί αναπόδραστα στη
Νέμεση, και η
Κάθαρση
ενδύεται τον
μανδύα μιας
μαθηματικής
απόδειξης ριζικά
αδύνατης. Ο
πολύς Ηilbert,
επιθυμώντας να
αποκτήσει
πάσει θυσία το
«ειδέναι» του
κόσμου,
πρότεινε το 1900
στους
μαθηματικούς
όλου του
κόσμου που
είχαν
συγκεντρωθεί
στο Παρίσι την
απόδειξη της «μη
αντίφασης των
μαθηματικών»,
σαν ένα,
ανάμεσα σε
άλλα είκοσι
προβλήματα που
όφειλαν να
λύσουν κατά
την διάρκεια
του εικοστού
αιώνα. Μάλιστα.
Τρία χρόνια
αργότερα η
κρίση ξεσπούσε
όπως στην αρχή
της ομιλίας
στη «σχιστή Οδό»
με τον
Οιδίποδα. Η
δημοσίευση του
παράδοξου του
Ράσελ πάνω στο
εκείνη τη
στιγμή
τυπούμενο έργο
του Frege, τον
έκανε να
διαπιστώσει
ήρεμα, ότι το
παράδοξο αυτό
σώριαζε σε
συντρίμια το
έργο της ζωής
του.
Ακολούθησε
οξεία διαμάχη.
Δημιουργήθηκαν
στρατόπεδα,
βγήκαν
φαλτσέτες,
χτίστηκαν
σύνορα.
Και οι γραμμές
καθορίστηκαν
από τις
απαντήσεις που
δόθηκαν σε
ερωτήματα
όπως: Ποιό
είναι το
αντικείμενο
της Μαθηματικής;
Τι εννοούμε
όταν λέμε ΄Υπαρξη
και τι
Απόδειξη;
συνεπώς τι
εννοούμε
Μαθηματική
Αλήθεια; ποιά
είναι η Δραστηριότητα
ενός
μαθηματικού;
Κάποιος
τους είπε για
τον Πλάτωνα κι
όρμησαν με τα
μούτρα. Ο
αρχηγός, ο Ηilbert εννοώ,
στην απόπειρά
του να λύσει τη
διαμάχη και για
να εξαλείψει
μια για πάντα
απ’ τον κόσμο τα
ζητήματα
θεμελίωσης
οδηγήθηκε να
συστήσει την
Μετά-μαθηματική.
Πού σήμαινε το
πρόδηλον του
γεγονότος: ότι
η συνοχή της
μαθηματικής
δεν είναι
μαθηματικό
ζήτημα και δεν
μπορεί να
συζητηθεί στο
εσωτερικό της
μαθηματικής
και με τα μέσα
της. Το τεράστιο
έργο του Hibert και η
μεγαλειώδης
εργασία του
ήταν αυτή
ακριβώς που
ανάγκασε τον
Τειρεσία να
εμφανιστεί μπροστά
του όπως στον
Οιδίποδα.
΄Ενας
ημιπαράφρων
νεαρός που
γυρνούσε στη
Νέα Υόρκη
κρατώντας αγκαζέ
τον Αϊνστάϊν
και του ‘λεγε:
«΄Αλμπερτ
κρυώνω» ενώ
φορούσε παλτό
και η πόλις
ψηνόταν στους 48
βαθμούς Κελσίου,
ένας νεαρός
άγνωστος έως
τότε
μαθηματικός
έμμελε να
αποδείξει με αυστηρό
τρόπο ότι ένα
τυποποιημένο
σύστημα
(αρκετά
πλούσιο ώστε
να
περιλαμβάνει
την αριθμητική
των φυσικών
ακεραίων),
περιλάμβανε
κατ΄ανάγκην μη
αποφασιστικές
προτάσεις και
ότι ήταν αδύνατο
να αποδειχτεί
η μη-αντίφασή
του στο
εσωτερικό ενός
τέτοιου
συστήματος. Gödel 1931. Yπο
μία έννοια τα
θεωρήματα του Godel
δεν έχουν
καμιά
αντικειμενικά
πραγματική
σπουδαιότητα.
Υπό μίαν άλλη
σημαίνουν
πλήρη και
ανεπανόρθωτη
καταστροφή.
΄Ετσι οι
μαθηματικοί
οφείλουν στο
εξής να
συμβιώνουν
μονίμως με τα ζητήματα
θεμελίωσης που
είναι
ανεξάλειπτα
απ’ τον κόσμο
τους. Αλλά και
απ’ όλο τον
κόσμο.
Ας
πάρουμε για
παράδειγμα τη
γλώσσα και
επανέρχομαι
στον Αντρέα.
΄Οταν
σκεφτόμαστε
τον πατέρα μας,
(που είναι
πεθαμένος),
έχουμε μια
παράσταση του
πατέρα μας.
Μπορούμε να
πούμε «ορίστε
το σύνολο των
στοιχείων που
απαρτίζουν τη
παράσταση του
πατέρα μας και
να τη φωτογραφήσουμε;».
΄Οχι βέβαια.
Προφανώς όχι.
Θα ορίσουμε τη
παράσταση του
πατέρα μας
βάζοντας μέσα
τη τάδε σκηνή
της παιδικής
μας ηλικίας,
στην οπόια
σκηνή ο πατέρας
παίζει κάποιο
ρόλο. Θα
προσθέσουμε
όλες τις
σκέψεις που
κάναμε
γι΄αυτόν ή ότι
θυμόμαστε απ’ αυτόν
ή όλη την
οικογένειά του
ή κάτι που μας
είπε για τον
παππού του κτλ.
΄Ετσι θα
φτάσουμε στο
άπειρο. Η καλύτερα
στο
απεριόριστο. Τι θα
φωτογραφήσει ο
Αντρέας
λοιπόν; ΄Αλλο
παράδειγμα:
Μπορούμε να
χωρίσουμε τα
σημαινόμενα
των λέξεων
οποιασδήποτε
γλώσσας και να
τα ορίσουμε;
Μπορούμε
ασφαλώς να
συντάξουμε ένα
λεξικό λόγω
χάριν των όρων της
γεωπονίας ή
και της
ψυχανάλυσης.
Αυτό ότι είναι
δυνατόν γιατί
ο χαρακτήρας
του λεξικού
είναι
εργαλειακός.
Εάν όμως επιχειρήσουμε
να συντάξουμε
ένα λεξικό των
πραγματικών
σημασιών των
λέξεων μιας
γλώσσας, τα
πράγματα
αλλάζουν π.χ.
΄Εχουμε το
ποίημα «Μάννα
με τους εννιά
σου γιούς και
με τη μιά σου
κόρη». Πιό κάτω
λέει: «και τον βοριά
τον δροσερό
τον πήραν στα
καράβια...» Εδώ
υπάρχει ένας
παραλογισμός.
Τα καράβια δεν
παίρνουν τον βοριά,
αλλά αντιθέτως
ο βοριάς τα
καράβια.
Πρόκειται για
καθαρή
ποιητική
έκφραση που
παραβιάζει τους
κανόνες των
σημασιών των
λέξεων βοριάς,
καράβια κτλ.
Ευτυχώς, να
λέμε, γιατί οι
σπουδαίοι
στίχοι έτσι
είναι: «Τα
φάρμακά σου
φέρε τέχνη της
ποιήσεως» μας
λέει ο Καβάφης.
Και
συμπληρώνει
βέβαια γιατί είναι
μεγάλος
ποιητής. Που
κάμνουμε για
λίγο».
Ακόμη
πιο σκληρά.
Βόρεια του
Ξυλόκαστρου
για έναν
επιστήμονα
βρίσκεται ή
Φωκίδα και
βόρεια της
Φωκίδος η Θεσσαλονίκη.
Βόρεια της
θεσσαλονίκης η
Στοκχόλμη. Βόρεια
του βόρειου
πόλου τι
ευρίσκεται;
Προφανώς δεν
έχει νόημα για
έναν
επιστήμονα η
ερώτηση, γιατί
είναι παράλογη.
Στα πέντε
φωνήματα, «σκυλί»,
βλέπουμε ένα
σκύλο, ενώ όταν
λέμε πάλι
«Αυτός είναι
Σκυλί»
καταλαβαίνουμε
άλλα πράγματα,
όπως καταλαβαίνουμε
και την
«Σκυλίσια ζωή»
κάτι πάλι άλλο.
«Μηδέν των
αραχνίων
διαφέρειν τα
γράμματα»
μας
υπενθυμίζει ο
Ανάχαρσις. Τίποτα
δεν διαφέρουν
απ’ τον ιστό της
αράχνης τα γράμματα.
Γιατί, το
εξίσου
παράλογο «δρόμο άλλαξε
ο αγέρας και
φυσάει προς τη
ψυχή...» που λέει
ο ποιητής
γιατί μας
εκστασιάζει με
τη τέχνη του;
ενώ είναι λέξη
προς λέξη
εντελώς
παράλογο; Τα
εδώ ποιητικά
νευρωνικά
κυκλώματα
παραλογίζονται;
κάνουν λάθος; όπως
στο Lapsus,
διαστρέφονται
οι έννοιες; Και
γιατί
ανακοινώντας
το ποίημα όλοι
καταλαβαίνουν
ότι αυτό το
παράλογο
πράγμα είναι
ωραία τέχνη;
Δηλαδή η
Νευροεπιστήμη
όπως και η κάθε
επιστήμη
μπορεί να
παρουσιάσει με
τους δικούς
της όρους το
αντικείμενο
για το οπόιο
ισχυρίζεται
ότι κατέχει
την αλήθεια
του; Γίνομαι
καικός. Η
«Ταφή του
κόμητος
Οργκάζ», ένας
πίνακας του
Θεοτοκόπουλου
ποιός
επιστήμων οποιασδήποτε
επιστήμης
μπορεί να
ομιλήσει με
επιστημονικούς
όρους για την
αξία του; Τι
είναι η ταφή;
Μια
χρωματισμένη
επιφάνεια
που εκπέμπει σ’
ένα συγκεκριμένο
μήκος κύμματος
ή κάτι άλλο;
Ποιός
επιστήμων έστω
και των καλών
τεχνών θα
αντέξει τον
καγχασμό του
δημιουργού και
των θεατών του
έργου, αν
ισχυριστεί
τέτοιο πράγμα;
Ποιός
νευροεπιστήμων
θα μας
ισχυριστεί ότι
το «απολείπειν
ο θεός
Αντώνιο»
ή οι
«Δαιμονισμένοι»
του
Ντοστογέφσκυ ή
το
«αναζητώντας
το χαμένο
χρόνο» του
Προυστ ότι δεν
είναι τίποτα
άλλο παρά μιά
έλλειψη
επαναπρόσληψης
Σεροτονίνης
στα αμυγδαλικά
κύτταρα και
στην έσω
γωνιώδη έλικα,
που προκαλεί
καταθλιπτικά
φαινόμενα
ικανά να
γράψουν τα
συγκεκριμένα
ογκώδη έργα
και δεν θα
προκαλέσει
κλαυσίγελω από
την ανία στο
ακροατήριο; Με
ποιούς όρους οι
νευροεπιστήμονες
κρίνουν ένα
έργο τέχνης; Ας
μας τους πουν
ευθαρσώς και
σαφώς, είδ
άλλως ας
σιωπήσουν
παραμένοντες
εννεοί
έμπροσθεν του
ερωτικού
μεγαλείου της
ανθρώπινης
φαντασίας. Με
λίγα λόγια,
αγαπητοί
εραστές της
Νευροεπιστήμης,
προκύπτει τουτο το παράδοξο. Το
σύμπαν
συνομώτησε
ώστε ο εγκέφαλος
ο οποίος
εγκέφαλος ανακάλυψε
τους Νόμους
του Σύμπαντος
να βλέπει κόκκινο
στα 600 Ǻ εκεί
που δεν
υπάρχει
κόκκινο. Ο
εγκέφαλος
δηλαδή μας
λέει απ’ τη μια
μεριά ότι δεν
υπάρχει
κόκκινο και το
αποδεικνύει
μαθηματικά και
απ’ την άλλη ότι παρατηρεί
κόκκινο κάτι
που δεν
υπάρχει. Πότε
ψεύδεται ο
εγκέφαλος;
Τσαντισμένος ο
Αϊνστάϊν θα
πιάσει απο το
γιακά το Νεαρό
Χάϊζενμπεργκ
το 1927 και
σηκώνοντας του
το δάχτυλο θα
του πει. «Τι θα
πει παρατηρήσιμο;
Η θεωρία
αποφασίζει
σχετικά με το
τι είναι
παρατηρήσιμο».
Τι θα πει ένας
επιστήμων σ΄αυτούς
τους
υπερεπιστήμονες.
Τι θα πει ένας
Νευροεπιστήμων;
΄Οτι κάνουν
μεταφυσική; θα
αποφύγουμε ξανά
τον καγχασμό
βάζοντας έναν
άλλο μεγάλο
επιστήμονα ν’
απαντήσει. Ο
Νίλς Μπωρ λέει
στον Χάϊζενμπεργκ
εύστοχα. «Δεν
καταλαβαίνω
γιατί όταν οι
μαθηματικοί
μιλάνε για
μεταμαθηματικά
όλος ο κόσμος
το αποδέχεται,
ενώ όταν εμείς
οι φυσικοί
μιλάμε για
μεταφυσική οι
πάντες θεωρούν
ότι παύουμε να
είμαστε επιστήμονες...»
Στις αρχές του 1926
πάλι σε μια
κουβέντα τους λέει
ο Αϊνστάϊν στο
Χαϊζενμπεργκ
ότι κάθε
θεωρία στην
πραγματικότητα
περιλαμβάνει μη
«παρατηρήσιμες
ποσότητες» και
όταν ο
Χάϊζενμπεργκ
του επισήμανε
ότι η άποψή του
αυτή είναι
αντίθετη με τη
φιλοσοφική
βάση της
ειδικής
σχετικότητας ο
Αϊνστάϊν του
είπε πως το
παρελθόν έκανε
λάθος. Υπενθυμίζω
ότι ο
Ευγένιος Βίγκνερ
βεβαιώνει ότι
στη κβαντική
μηχανική έχει
γίνει
πρωταρχική η
έννοια
«νοητική πράξη»
και βεβαίως
επειδή είναι
μεγάλος
επιστήμων αναγνωρίζει
αμέσως ότι
αυτό
ισοδυναμεί «με
την εξήγηση
ενός
αινίγματος μ’
ένα μυστήριο».
Παρακαλώ
ξανά τη
προσοχή σας. Το
1950 ο Αϊνστάϊν
πιασμένος απ’
τα μαλλιά του
γιατί πνιγόνταν
ανέφερε το
παράδοξο ΕPR: To
φαινόμενο
Αϊνστάϊν-Ποντόλσκυ
–Ρόζεν. Maς λέει ή
κβαντομηχανική
λέει ο
Αϊνστάϊν ό΄τι
δύο φωτόνια ή
δύο σωματίδια
παραγόμενα
απ΄τα ίδια κυμματοσυνάρτηση
είναι
ταυτόσημα και
αλληλεπιδρούν
μεταξύ τους
ακαριαία. Πως
είναι δυνατόν
κάτι τέτοιο
όταν υπάρχει ή
σχετική και πεπερασμένη
ταχύτητα του
φωτός;
Χρειάζεται
ένας κάποιος
χρόνος
για να
αλληλοεπιδράσουν.
΄Αρα κανει
λαθος η
κβαντομηχανική.
Μάλιστα. Ο Τειρεσίας
ετοίμασε τις βαλίτσες
του. Μετά η
ανισότητες του Βell
κάποιος νεαρός
κατασκευάζονται
το 1982 μία δύσκολη
πειραματική
συσκευή
αποδεικνύει με
τεράστια ακρίβεια
ότι δύο
σωματίδια τα
οποία
βρίσκονταν σε
τέτοια
απόσταση
συγκεκριμένα 12
μέτρα μακριά,
και ξέχωρα
μεταξύ τους ώστε
να αποκλείεται
να έχουν
αλληλεπιδράσει,
εξακολουθούν
ως
συμπεριφέρονται
σαν να
βρίσκονταν σε
συνεχή
αλληλεπίδραση
και να
γνωρίζει το
ένα την
παρουσία του
άλλου.
Όταν
πολωνόταν το
ένα να
πολώνεται το
άλλο μόνο του. Aspect 1982. Ήταν η
τελευταία
μαχαιριά στο
κορμί του
Αϊνστάϊν.
Δηλαδή, το
κρίσιμο θέμα της
τοπικότητας
γίνεται κάτι
το ασύλληπτο. Η
ιδέα, παρακαλώ
τους
νευροεπιστήμονες,
ότι το φυσικό φαινόμενο
έχει ένα
συγκεκριμένο
τόπο,
καταρρέει. Δηλαδή
τα πειράματα
του Alain Aspect και των
συνεργατών του
στο Παρίσι το 1982
επιβεβαίωναν
με τεράστια
ακρίβεια τις κβαντομηχανικές
προβλέψεις σε
καταστάσεις
παρεμφερείς με
εκείνες που
μελέτησε ο Bell. Με άλλα
λόγια την
ύπαρξη
«ακαριαίας
δράσεως εξ αποστάσεως».
Πράγμα που
ανάγκασε τον
Ρότζερ Πενρόουζ
να σκεφτεί τούτο
το παράλογο
και εμένα να
περιμένω την
πραγματοποίησή
του εκ μέρους
των φυσικών.
Αναφέρομαι στο
βιβλίο του
«Σκιές του Νου».
Ένα φωτόνιο
πέφτοντας πάνω
σ΄ ένα
ημιεπαργυρωμένο
κάτοπτρο κατά
το ήμισυ
ανακλάται και
κατά το ήμισυ
διαθλάται. Αν
στο μισό της κυμματοσυνάρτησης
που διαθλάται
υπάρχει μια συσκευή
που
ενεργοποιείται
απ’ το φωτόνιο,
ένα πιστόλι, ας
πούμε, που να
πυροβολεί μια
γάτα, τότε θα
συμβεί τούτο
το παράλογο.
Ένας
παρατηρητής θα
βλέπει
συγχρόνως τη
γάτα νεκρή απ’
τη διάθλαση
του φωτονίου
και ζωντανή απ’
την ανάκλασή
του. Το νοητικό
αυτό πείραμα
ονομάστηκε
γάτα του
Σρέντιγκερ. Τι
θα κάνει άραγε
τότε ένας
εγκέφαλος;
Πιθανόν θα
πάει καλόγερος
στο Άγιο Όρος.
Θα περιμένουμε
το πείραμα.
«Θεωρώ
ως εμπειρία
σώματος το
σύνολο των
αισθημάτων και
των βιωμάτων,
του σώματος
που
δημιουργούνται
προσλαμβάνονται,
ή αναδύονται
μέσα σε ένα
σώμα, και τα
οποία, άμα την
ανάδυσή τους,
είναι
αποκλειστικό,
ατομικό και
ίδιον του
συγκεκριμένου
σώματος, δεν
ομιλούνται,
δεν
μεταβιβάζονται
και δεν
γίνονται γνωστά,
μεταφερόμενα ή
πως αλλιώς σε
κάποιο άλλο
σώμα».
Θεωρώ
ως εμπειρία
σώματος αυτόν
τον σκοτεινό
τόπο, όπου
εκβράστηκε η
τραγωδία του
νοείν, πάνω σε
μια φυσική
στοιβάδα. Όπου
αυτή η
τραγωδία
ανίκανα και
μισοζαλισμένη
προσπαθεί να
τη θέσει σε
γλωσσικά
καλούπια. Να
την εκφράσει. Μα
υπάρχει γλώσσα
που τα λέει όλα;
Εγώ
κι ο Αντρέας
δοκιμάσαμε το
μελιτζανάκι
της μάνας μου.
Φάγαμε, δηλαδή,
κάτι. Ο Αντρέας
ανέκραξε «βρε
παιδί μου τι
ωραίο πράγμα
ήταν αυτό». Εγώ
απάντησα.
«Είδες, είδες τι
ωραία τα
φτιάχνει η
κακούργα;». Πέραν
τούτου ουδέν.
Ουδεμία επαφή.
Κυριολεκτώ.
Όχι πως δεν έχω
επαφή με τον
Αντρέα. Έχω.
Μιλήσαμε,
πιθανόν, για
τις απόψεις
μας περί της
κατασκευής
του, περί δώρων
και τις
θεωρίες του
κυρίου Μαρσέλ
Μώς, όπως κι
άλλα τινά
ωραία
πράγματα. Αλλά
τσιμουδιά κι
από δω κι από
κει περί της
ηδονής της
καταπόσεως,
περί της
αγωνίας της
ανόδου του
σακχάρου μας,
περί της ηδονής
ή μη της
αφοδεύσεώς
μας, του εν λόγω
γλυκού. Μπορούμε
να ορίσουμε με
λόγους
χημικο-φυσικούς,
να βρούμε
δηλαδή μιαν
αντιστοιχία,
ανάμεσα στα
μόρια του
περγαμόντο και
στην ιδιότητα
της γλυκύτητάς
του. Δεν
μπορούμε όμως
σε καμιά
περίπτωση ούτε
με όρους
φυσικής ούτε
με όρους
φυσιολογίας να
εξηγήσουμε ο
ένας στον
άλλον την
αίσθηση της
γλώσσας μας στην
ποιότητα του
περγαμόντου.
Για τα κουάλια
της γλυκύτητας
του περγαμόντο
υπάρχει
μοναδαίο,
ατομικό, μη
εξηγήσιμο, μη
κοινωνίσιμο,
αίσθημα.
Οι
ερωτικές μας
περιπτύξεις,
των ανθρώπων
εννοώ, προφανώς
στηρίζονται
στη μετάδοση
σημάτων των σωματίων
επαφής δύο
ανθρώπινων
σωμάτων. Της
επιδερμίδας,
των χειλέων,
των γεννητικών
μας οργάνων,
του εν λόγω
μπουκαλιού
κτλ. Πέραν
τούτου όμως
ουδέν. Καμία
γλώσσα, καμία
ψυχαναλυτική
συνεδρία,
καμία
χημικο-φυσική
ανάλυση, δεν είναι
ικανή να
εκφράσει και
προπαντώς να
μιλήσει για
την αίσθηση.
Κοινοτυπίες
και
κοινοτοπίες.
«Μια υπέροχη αίσθηση,
ένα ρίγος, τι
μου κάνεις
μάνα μου, γλυκέ
μου πεθαίνω»,
και τα λοιπά
ολίγιστα και
αενάως ανάπηρα
λόγια. Μια απλή
και κοινή
αποτύπωση
δηλαδή. Μια απλή
φωτογραφία,
όπως λένε. Κι ο
μεγάλος
Βρετανός ζωγράφος
Χόκνεϊ εξηγεί
γιατί η
ζωγραφική
είναι πιο αληθινή
απ’ τη
φωτογραφία. «Η
φωτογραφία
ποτέ δεν θα μπορέσει
να περιγράψει
την κόλαση,
λέει». Τα σέβη μας
μαίτρ. Προσοχή.
Δεν είπε να
ορίσει, είπε να
περιγράψει. Η
ζωγραφική
μόνο. Δηλαδή η
ανάδυση εκ του
μη όντος εις το
όν, η
δημιουργία, η
τέχνη. Η οποία
αρνήθηκε να
ξαπλώσει στο
ψυχαναλυτικό
ντιβάνι και στην
οποία ο
Εβραίος
αρνήθηκε να
παραστήσει τον
Προκρούστη. Η
Τέχνη. Η κάθε
μορφή Τέχνης.
Άραγε ποιά εγκεφαλική
πλαστικότητα,
ποιά
εγκεφαλική
εκγύμναση,
ποιά
εγκεφαλική
εννοιολογική
αλλαγή, ποιά δαρβινική
μετάλλαξη
υπέστη ο
εγκέφαλος του
Μυκηναίου,
ώστε να αναγκαστεί
ν’ ανακράξει
«Λόγον διδόνα»
στον Αθηναϊκό
Δήμο; Να
δημιουργήσει
τη φιλοσοφία,
τη δημοκρατία;
Κι αντίστροφα.
Άραγε η τέχνη
του σπηλαίου
της Αλταμίρα,
ποιός
δαρβινιστής θα
μας πει ότι
έχει μικρότερη
αξία,
αισθητική
εννοώ απ’ τις
«κυρίες της
Αβινιόν». Η
Τέχνη
εξελίσσεται;
Αν ναι, είμαστε
γεμάτοι αυτιά. Αν
όχι. Γιατί; Τι
συμβαίνει: «Η
σύγχρονη
βιολογία, κράζει
ένας
επιστήμων,
δύναται να
συμβάλει στην
οικοδόμηση
αντικειμενικά
δικαιότερων
ειδών κοινωνικών
συστημάτων,
τουτέστιν
κοινωνικών
συστημάτων που
θα προάγουν σε
μεγαλύτερο
βαθμό την
ικανοποίηση
των βιοτικών
αναγκών των
ανθρωπίνων
μελών του».
Ε,
λοιπόν αυτόν
τον επιστήμονα
τον καλούμε
όχι να μας πει
τι θα γίνει
μετά από 4.000
χρόνια
κοινωνικής εξέλιξης,
αλλά αύριο,
μετά από
σαράντα
χρόνια, να μην
πω μετά από
δέκα χρόνια. Ε,
ας μας πει ο εν
λόγω κύριος αν σε
σχέση με την
εκκλησία του
Δήμου το
ολοκαύτωμα των
Εβραίων απ’
τους Γερμανούς
ή η δημιουργία
των γκουλάγκ
ήταν μια
αντικειμενικά
δικαιότερη βιολογική
οικοδόμηση
ενός
κοινωνικού
συστήματος ή
όχι. Διαβάζουμε
από κάποιον
διάσημο Γάλλο
μαθηματικό. Τον
Alain Kon.
«Μια απ’ τις
αιτίες της
δύναμης της
υλιστικής άποψης
είναι ο
Δαρβινισμός
και η δήθεν
αιτιολογική ισχύς
του. Εδώ όμως
υπάρχει μια
τεράστις
απάτη, καθώς
αυτή η
αιτιολογική
ισχύς δεν
υφίσταται παρά
μόνο στο μέτρο
που κατανοούμε
το πέρασμα του
χρόνου. Στη
σύγχρονη
φυσική ο
χρόνος
θεωρείται μια απ’
τις
συντεταγμένες
του
χωροχρόνου.
Πιστεύουμε λοιπόν,
ότι γνωρίζουμε
τι ακριβώς
είναι. Στην πραγματικότητα
όμως
απατώμαστε
εντελώς. Η
φυσική δεν
εξηγεί και δεν
έχει πει γιατί
ο χρόνος
περνάει. Γιατί,
κυλάει, ο
χρόνος. Μπορεί
να είναι μια
συντεταγμένη,
όμως οι
συντεταγμένες
του χώρου δεν
κυλούν. Ο
χρόνος όμως
κυλάει. Η
Δαρβινική
εξήγηση
αποδεικνύεται
φαύλος κύκλος.
Τα είδη
εξαφανίζονται
διότι ο χρόνος
περνάει. Γιατί
όμως περνάει;
Γιατί τα είδη
εξαφανίζονται.
Τη σημαίνει
όμως ρους του
χρόνου, τι
σημαίνει η δική
μας αντίληψη
αυτού του ρου;».
Αυτά λέει ο Κον.
Με λίγα λόγια.
Είναι λοιπόν ή
δεν είναι
ταυτολογία όταν
λέμε
επιβιώνουν
μόνο όσοι
είναι ικανοί
να επιβιώσουν.
Και ποιοί
είναι αυτοί.
Αυτοί που
επιβιώνουν. Άραγε
γιατί υπάρχουν
διαφορετικοί
οργανισμοί; Γιατί
αυτές οι
διαφορές
υπάρχουν υπό
την έννοια μιας
αυξανόμενης
πολυπλοκότητας;
Βέβαια, ο
Δαρβίνος δεν
απάντησε. Χάρη
στη θεωρία της
μετάλλαξης
βρέθηκε κάποια
απάντηση κάτι
που να
κατανοούσε το
φαινόμενο της εξέλιξης.
Υπάρχει
εξέλιξη γιατί
υπάρχει
μετάλλαξη.
Όμως αυτές οι
μεταλλάξεις
είναι
αμφίβολες και
συμβαίνουν
τυχαία. Πώς
γίνεται λοιπόν
αυτές οι τυχαίες
μεταλλάξεις να
προκαλούν τόσο
συχνά,
συνεκτικές
μορφές ικανές
να ζήσουν και
μάλιστα να
γίνουν αιτία
νέων
μεταλλάξεων,
οι οποίες θα
οδηγήσουν την
κλίμακα της
πολυπλοκότητας
ακόμη
ψηλότερα; Ο
σύγχρονος νεοδαρβινισμός
δεν έχει
απάντηση.
Μιλάνε για
τυχαίο. Δηλαδή
το έμβιο – όν
ρίχνει 200
εκατομμύρια
χρόνια τώρα,
ζαριές και
φέρνει
συνέχεια
εξάρες. Είναι
τυχαίο. Είναι τυχαίο.
Δηλαδή τι απ’ τα
δύο συμβαίνει
πια. «Δυοίν θάτερον»
που θα’λεγε κι ο
Πλάτων. Είτε
κάτι παράγεται
ντετερμινιστικά
από κάτι άλλο
που υπάρχει
και το οποίο
μπορούμε να
εξηγήσουμε και
να περιγράψουμε
πως
κατασκευάστηκε,
είτε αυτό δεν
συμβαίνει και
ο
ντετερμινισμός
ονομάζει
τυχαίο αυτό
που δεν μπορεί
να εξηγήσει.
Δηλαδή τη
Δημιουργία.
Πιο συγκεκριμένα.
Ξεκινά κάτι
από μηδενική
πολυπλοκότητα.
Εμφανίζεται ένας
αρχικά
ζωντανός
οργανισμός,
μια αρχική
μορφή, η οποία
δεν μπορεί να
προχωρήσει
εντεύθεν του μηδενός.
Αν λοιπόν
οδηγηθεί κάπου
θα είναι προς
την
πολυπλοκότητα.
Γκουτ. Και
δισεκατομμύρια
χρόνια
αργότερα θα
υπάρχουν
μορφές
εξαιρετικά
πολύπλοκες.
Ναι ίσως. Η
θερμοδυναμική
όμως δεν
επιτρέπει ένα
τέτοιο συλλογισμό.
Διότι διδάσκει
ότι υπάρχουν
πολύ περισσότερες
πιθανότητες
αυτές οι
μορφές να
χάσουν στοιχεία
πολυπλοκότητας
παρά να
συνεχίσουν να
εξελίσσονται,
αυξάνοντας την
πολυπλοκότητα.
Ο κύριος
Σρέτινγκερ, διάσημος
και μεγάλος
φυσικός το 1915
διέθετε
θαυμάσιο και
ειρωνικότατο
χιούμορ. Είπε
ότι τα έμβια
όντα τρέφονται
με «αρνητική
εντροπία».
Τι
να πούμε
λοιπόν για τη
συνεχή άνοδο
αντίθετα προς
την κλίση της
καμπύλης της
εντροπίας επί
δύο δισεκατομμύρια
χρόνια, γι’
αυτήν την
αυξανόμενη και
επιταχυνόμενη
πολυπλοκοποίηση
όχι μόνον των
ειδών, αλλά και
του βιοσυστήματος;
Ένας γενετικός κώδικας, που να μπορεί να λειτουργεί μόνον αν είναι ήδη διαθέσιμα τα προϊόντα στα οποία μεταγράφονται οι εντολές του, μια μεμβράνη αδιαπέρατη και συγχρόνως διαπερατή όταν χρειάζεται (η πιθανότητα αυτή είναι απειροελάχιστη), τι να πούμε για το γεγονός ότι επί 1016 δευτερόλεπτα, το ένα μετά το άλλο δεν έχουμε δει ποτέ να εκδηλώνεται μια αυθόρμητη, σπουδαία και διαρκής διακύμανση του συστήματος προς τα κάτω, ικανή να το επαναφέρει έστω και προσωρινά βρε αδερφέ, προς τη φυσική του κλίση; Βέβαια μπορούμε πάντοτε να πούμε: Αν δεν ήταν έτσι φίλε μου, δεν θα υπήρχε τίποτα να παρατηρήσουμε, τίποτα να εξηγήσουμε και κανένας για τον οποίο θα υπήρχε αυτό το τίποτα. Το να πούμε όμως ότι αν το πρόβλημα δεν είχε κατά τον έναν ή τον άλλο τ&