Τρίτος κύκλος—Εξωλεκτική Συνείδηση (Στέλιος Κερασίδης)

Εξωλεκτική Συνείδηση;      

Επισκοπώντας ξανά τις εισηγήσεις που έχουν γίνει απ' όλους μας από αρχής του παρόντος Συμποσίου, μου φάνηκε πως κατά πάσα πιθανότητα η απευχή του Ανδρέα να μην είναι οι απόψεις μας σαν τα καράβια του Καβαδία που περνάνε σφυρίζοντας χωρίς να συναντώνται δεν απεφεύχθη τελείως. Έχουν αναφερθεί ήδη πολλά και σημαντικά πράγματα και θεωρώ πως θα ήταν πολύ γόνιμο να σταθούμε σε κάποια απ' αυτά περισσότερο. Λαμβανομένων υπ' όψιν των δαιμόνων του περισπασμού της προσοχής κατά την ώρα των εισηγήσεων, του εγκλωβισμού της άποψης στην προσωπική οπτική και ιδιαιτέρως την έλλειψη χρόνου που θα επέτρεπε στον καθένα μας να ασχοληθεί σοβαρά με την άποψη του άλλου, πράγματα λέγονται και παρέρχονται χωρίς να σταθεροποιούμε ορισμένα συμπεράσματα που είναι δυνατό να εξαχθούν. Για τους λόγους αυτούς αποφάσισα στο παρόν σημείωμα να σταθώ σε πράγματα που έχουν αναφερθεί από άλλους. (Το έχω ξανακάνει με το κείμενο για τον Αντώνη και θα το κάνω ακόμα με τον Βαγγέλη που έστειλε πλήρες κείμενο).

Στην παρούσα εισήγηση θα αναπτύξω ένα προβληματισμό περί του όρου "εξωλεκτική συνείδηση" που τέθηκε από την Ελένη Σαββάκη (για όσους δεν το ξέρετε ήταν η επιβλέπουσα του διδακτορικού μου και τυχαίνει της τεράστιας εκτίμησής μου). Κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση επ' αυτού ίσως μας βοηθήσει στη διαμόρφωση της κατά το δυνατόν κοινής άποψης για το περιεχόμενο του όρου συνείδηση που βρίσκεται στο επίκεντρο του συμποσίου μας όλα αυτά τα χρόνια.

Η Ελένη προτείνει στον όρο συνείδηση να συμπεριλαμβάνονται και νοητικές καταστάσεις για τις οποίες το άτομο δηλώνει άγνοια. Το ότι οι νοητικές αυτές καταστάσεις λαμβάνουν χώρα μπορεί να εξακριβωθεί με διάφορους τρόπους, από εξωτερικούς συνήθως παρατηρητές, μέσω της επιρροής τους επί της συμπεριφοράς. Η πρόταση είναι ριζοσπαστική και έρχεται σε αντίθεση με την επικρατούσα ορολογία που θεωρεί τις διεργασίες για τις οποίες το άτομο δεν έχει επίγνωση ως "ασυνείδητες".[1] Εδώ ανακύπτουν κάποια ερωτήματα που ίσως η Ελένη θελήσει να δώσει κάποιες διευκρινίσεις μετά. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να θεωρηθούν ορισμένες ή και όλες οι ανεπίγνωστες ψυχονοητικές διεργασίες, που συνήθως αναφέρονται ως ασυνείδητες, ότι ανήκουν στη συνείδηση; Ας μην ξεχνάμε πως για τις περισσότερες από αυτές μπορεί εμμέσως να εξακριβωθεί πως έχει γνώση το άτομο. Σε κάθε περίπτωση, έχουν κανένα νόημα οι όροι συνείδηση και α- συνείδητο, εφόσον το στερητικό α, εν προκειμένω, δεν ενέχει ρόλο αντίθεσης;

Η αποδοχή του όρου "εξωλεκτική συνείδηση" έχει συναισθηματική διάσταση, χωρίς να ισχυρίζομαι πως αυτός είναι ο λόγος που προτείνεται από την Ελένη. Τις τελευταίες μόνο δεκαετίες άρχισε να γίνεται αποδεκτό πως είναι άδικο για πολλούς ανθρώπους να θεωρούνται ως ικανότητες αποκλειστικά οι λεκτικολογικές, παραγνωρίζοντας έτσι ένα πλήθος άρρητων δεξιοτήτων που το εκπαιδευτικό σύστημα παραδοσιακά αγνοούσε (και οπωσδήποτε συνεχίζει να κάνει). Με αυτό τον τρόπο, ίσως ερρίφθησαν στον Καιάδα παιδιά που μπορεί να ήταν ιδιαίτερα προικισμένα στη ζωγραφική, στη μουσική, στις εφαρμοσμένες δραστηριότητες, αφ' ης στιγμής υστερούσαν στον λόγο. Γι αυτό, μοιάζει ιδιαίτερα προοδευτικό, κάτι ως τίμημα εξιλέωσης, η αναγνώριση μη λεκτικολογικών δεξιοτήτων. Ωστόσο, παρ' ότι το αίτημα αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο, η υιοθέτηση του όρου "εξωλεκτική συνείδηση" είναι κάτι πολύ διαφορετικό, που έχει να κάνει κυρίως με το πώς κατανοούμε τον όρο "συνείδηση".

Η Ελένη, έχει δείξει πειστικά πόσο μεγάλες είναι οι δυσκολίες που έχει η κατάρτιση ενός καταλόγου ιδιοτήτων της συνείδησης, καθώς και πόσο δύσκολο είναι η καθ' οιονδήποτε τρόπο μέτρησή της. Εκ του γεγονότος μάλιστα ότι καμιά άποψη δεν μπορεί να υποστηριχθεί από σκληρά νευροανατομικά δεδομένα (εφόσον η συνείδηση δεν έχει αναγνωριστεί ως συγκεκριμένη λειτουργία στον εγκέφαλο), νομίζω πως θα ήταν γόνιμο να εξετάσουμε την πρόταση περί "εξωλεκτικής συνείδησης" μέσα και από συγκεκριμένα παραδείγματα κι όχι μόνο μέσω γενικών θεωρητικών αναφορών.

Ας δούμε πρώτα την περίπτωση της "τυφλής όρασης" για την οποία η Ελένη λέει πως ο χαρακτηρισμός της ως "ακούσιας ή ασυνείδητης "ισοδυναμεί με ταύτιση της συνείδησης με τη λεκτική μαρτυρία". Εν προκειμένω, δεν νομίζω ότι το κυρίαρχο είναι ότι το άτομο αδυνατεί να δηλώσει, αλλά ότι δεν αναγνωρίζει, ότι δεν έχει επίγνωση πως είδε κάτι. Ο ερευνητής του λέει να υποδείξει μια θέση ή κατεύθυνση κι όταν το άτομο το κάνει θεωρεί πως απλά πειθαρχεί σε ό,τι του είπε ο ερευνητής κι όχι ότι πράγματι έχει δει κάτι. Η γλώσσα, μπορεί πράγματι να μην είναι αναγκαία για τη συνείδηση και συμφωνώ με την Ελένη πως οι βωβοί έχουν συνείδηση. Όμως, ένας κωφάλαλος άνθρωπος με φυσιολογική όραση, παρ' ότι δεν είναι σε θέση να μας δηλώσει λεκτικά τίποτε, έχει επίγνωση ότι η μπίλια βρίσκεται κάτω- δεξιά στην οθόνη. Θα πρότεινα μάλιστα, προκειμένου να ξεπεράσουμε την ταύτιση της επίγνωσης με τη λεκτικολογική δήλωση, να έχουμε κατά νου την επίγνωση που μπορεί να κατέχει ένα κωφάλαλο άτομο.

Το κοινό που έχουν ο ασθενής με "τυφλή όραση" και το φυσιολογικό άτομο είναι ότι η πληροφορία πως η μπίλια κινήθηκε π.χ. προς τα δεξιά φτάνει σε κάποιο σημείο του νευρικού τους συστήματος. Επειδή όμως φτάνει σε διαφορετικά σημεία τυχαίνει διαφορετικής επεξεργασίας. Έτσι, το άτομο με τη φυσιολογική όραση έχοντας επίγνωση του τι είδε, μπορεί να καθίσει μπρος στην οθόνη του υπολογιστή και να γράψει ή να παίξει, να κάνει γενικά κάτι με αυτό που είδε. Ο ασθενής πιθανότατα δεν θα κάνει απολύτως τίποτε ή θα κάνει το πολύ κάποια μικρή στροφή του κεφαλιού χωρίς να ξέρει καν γιατί την έκανε. Δεν θα αποφασίσει να κάνει κάτι απ' αφορμή αυτό που "είδε". Δεν μπορεί να αξιοποιήσει αυτή την πληροφορία ακόμα και σε φαντασιακό- εικονικό επίπεδο, σε μια προσωπική αφήγηση ας πούμε, όπως δεν θα μπορούσε να δουλέψει σε μια γραμμή παραγωγής που όταν περνούσε από το μηχάνημα ελέγχου κάτι ελαττωματικό θα εμφανιζόταν μια μπίλια που θα κινούνταν στην οθόνη. Νομίζω πως είναι καλύτερα να θεωρούμε πως ο ασθενής δεν αποκτά "συνείδηση" του γεγονότος και πως αντιλαμβάνεται κάτι από αυτό μόνο ασυνειδήτως.

Η διαφορά δεν πρέπει να θεωρηθεί πως είναι μόνο υπόθεση ορολογίας. Παραθέτω αμετάφραστο ένα απόσπασμα από το  βιβλίο του Timothy D. Wilson "Strangers to ourselves"(εκ του φόβου της κακής μετάφρασης): "… at any given moment (second), our five senses are taking in more than 11,000,000 pieces of information… we can process only 40 of them consciously… we do make use of a great deal of this information outside of conscious awareness".

(Σλάιντ με διαφορές Power Point. Μετάφραση- σχολιασμός)

Είναι αλήθεια πως σε ελάχιστες περιπτώσεις μια αντίδραση ή νοητική πράξη είναι το καθαρό προϊόν διεργασιών που είναι απολύτως συνειδητές ή ασυνείδητες. Συνήθως, οι διεργασίες αυτές εναλλάσσονται και αλληλοτροφοδοτούνται ακόμα και στα πλαίσια μιας και της αυτής δράσης. Ας υποθέσουμε πως σκεφτόμαστε κάτι. Μπορεί να έχουμε επιλέξει να σκεφτούμε το συγκεκριμένο θέμα, όμως, εκτός του ότι η επιλογή μας μπορεί να καθορίζεται από ασυνείδητα κίνητρα, το τι άλλο θα μας έλθει στο νου, αν έχουμε έμπνευση ή σερνόμαστε, ο βαθμός της συγκέντρωσής μας, σε ποιους αποκλίνοντες ερεθισμούς θα στραφεί η προσοχή μας κλπ, καθορίζεται από ασυνείδητες διεργασίες κυρίως. Από την άλλη μεριά, τα μέτρα που θα πάρει κανείς για να περιορίσει τα ανεπιθύμητα ερεθίσματα, το πόσο ελέγχει και επαναφέρει τη σκέψη του στο προς διερεύνηση πεδίο, πόσο έχει φροντίσει να είναι ξεκούραστος κλπ, θα επηρεάσουν σημαντικά την επιρροή των διεργασιών για τις οποίες δεν έχει άμεση εποπτεία. Ενώ λοιπόν, τα πράγματα κάθε άλλο παρά καθαρά είναι: από δω οι συνειδητές και από εκεί οι ασυνείδητες, παρά ταύτα, η διάκριση τους, κι αν ακόμα δεν επιβάλλονταν από λόγους επιστημονικούς, θα ήταν γόνιμη για το λόγο που επικαλείται ο Daniel Schacter "Αν δεν έχουμε επίγνωση ότι κάτι επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, είναι λίγα αυτά που μπορούμε να κάνουμε για να καταλάβουμε ή να αντισταθούμε" (The unconscious mind)

Για την διαδικασία λήψης ενέργειας από τις τροφές π.χ., το μέρος της επιλογής, προετοιμασίας του φαγητού και η σίτιση θα λέγαμε πως τελούνται συνειδητά, η κατάποση είναι μια εν μέρει συνειδητή διαδικασία, ενώ οι εκκρίσεις των βλεννογόνων, η απορρόφηση ουσιών από τον εντερικό σωλήνα και η μετατροπή της χημικής ενέργειας των τροφών σε ενέργεια δεσμού στο μόριο ΑΤΡ, που λαμβάνει χώρα στα μιτοχόνδρια, είναι ασυνείδητες διεργασίες. Ξέρω πολλούς που θέλουν να αδυνατίσουν ή να παχύνουν που περιορίζουν ή αυξάνουν το φαγητό. Ξέρετε κανέναν που να προσπαθεί να τροποποιήσει το ρυθμό παραγωγής ενέργειας στα μιτοχόνδρια;

Ας συνεχίσουμε τώρα με ένα άλλο παράδειγμα, εκείνο της μεσήλικης κυρίας που περιέγραψε ο Κουρτ Γκόλνσταϊν (Δες "Φαντάσματα στον εγκέφαλο" των V.S. Ramachandran & Sandra Blakeslee, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 14-15).Η κυρία αυτή φαινόταν τελείως φυσιολογική και συζητούσε με άνεση. Όμως, κάθε τόσο, το αριστερό της χέρι πεταγόταν στο λαιμό της και προσπαθούσε να την πνίξει, υποχρεώνοντάς την να χρησιμοποιεί το δεξί της προκειμένου να εμποδίσει το αριστερό. Η εξέταση αποκάλυψε πως η ασθενής δεν ήταν ψυχωσική, δεν έπασχε από διανοητική διαταραχή, δεν ήταν υστερική, δεν είχε κάποια παράλυση ή αυξημένη ένταση αντανακλαστικών. Όταν μετά από λίγο καιρό πέθανε, η νεκροψία επιβεβαίωσε την υπόθεση του Γκόλνσταϊν πως ένα μεγάλο εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο είχε προκαλέσει καταστροφή στο μεσολόβιο, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Θεωρήθηκε πως οι περιοχές του δεξιού ημισφαιρίου, που είναι επιφορτισμένες με την ανίχνευση αντιφάσεων και μπορεί να εκκινούν δυσφορία, απελευθερώθηκαν από τον έλεγχο ανασταλτικών περιοχών του αριστερού ημισφαιρίου, με αποτέλεσμα η γυναίκα να εκδηλώνει τις αυτοκτονικές τάσεις που παρουσίαζε με αυτόν τον πρωτοφανώς παράδοξο τρόπο.

Ανεξάρτητα από το πόσο ικανοποιητική είναι η παραπάνω ερμηνεία, για μας το ερώτημα που τίθεται είναι: τι θα μπορούσε άραγε να σημαίνει η αποδοχή πως η γυναίκα αυτή έχει "εξωλεκτική συνείδηση" του γιατί επιχειρεί να αυτοκτονήσει; Κατά τη γνώμη μου, συσκοτίζει σοβαρά και δεν βοηθάει καθόλου. Εν πρώτοις, η γυναίκα δεν είναι σε θέση όχι μόνο να δηλώσει σε μας γιατί το αριστερό της χέρι επιχειρεί να την πνίξει, αλλά δεν μπορεί ούτε και σε μια προσωπική περιήγηση να εξάγει ένα συμπέρασμα. Από την άλλη μεριά, αναζητώντας τα αίτια της παραξενιάς της, με τη βοήθεια ειδικών, το κάνει με λεκτικολογικό τρόπο και φυσικά μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα που να μην έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ας υποθέσουμε π.χ. πως με το νευρολόγο της καταλήγουν πως υπάρχει κάποιο νευρομυϊκό πρόβλημα στο αριστερό χέρι. Στην περίπτωση αυτή, η επόμενη κίνησή είναι να κάνουν κάποιες μυοχαλαρωτικές ενέσεις. Αν μάλιστα οι ενέσεις αυτές διέκοπταν την αυτοκτονική δράση, γιατί ας πούμε το χέρι πλέον θα ήταν πολύ πιο αδύναμο και δεν θα μπορούσε να επιτύχει τον πνιγμό, αυτό θα αποτελούσε μάλλον επιβεβαίωση πως το πρόβλημα ήταν όντως νευρομυϊκό. Φυσικά, διαφορετικά σενάρια θα πριμοδοτούσαν διαφορετικές λύσεις κι επιτυχημένους ή αποτυχημένους χειρισμούς. Αυ