Ο σκοπός της
συζήτησης που
αρχίσαμε εδώ
και κάποια
χρόνια ήταν
(και
φαντάζομαι
παραμένει) να
δώσουμε
απάντηση στο
εξής
φαινομενικά
απλό ερώτημα:
Έχουμε σήμερα
αρκετές ενδείξεις
να πείσουμε
αυτούς που
ποτέ δεν
πίστεψαν ότι
ένα σωματικό
όργανο, ο
εγκέφαλος, παράγει
νου, πνεύμα,
συνειδητές εμπειρίες,
ότι έτσι
ακριβώς έχουν
τα πράγματα,
ότι ο εγκέφαλος
είναι ο
μηχανισμός που
παράγει νου
και συνειδητές
εμπειρίες;
Ποτέ
βέβαια κανένας
από μας εδώ δεν
αμφισβήτησε ότι
ο εγκέφαλος
έχει κάτι ουσιαστικό
να κάνει με τον
ψυχισμό, ότι
παίζει ρόλο
αιτίου,
ότι η απρόσκοπτη
λειτουργία του
είναι αναγκαία
για να προκύψουν
εμπειρίες.
Οπότε,
το αρχικό
ερώτημα δεν
ήταν εάν
υπάρχουν ενδείξεις
ότι
συγκεκριμένα
νευρωνικά
κυκλώματα
είναι αναγκαία
για την άλφα ή
τη βήτα
νοητική λειτουργία
ή την παραγωγή
της άλφα ή βήτα
συνειδητής
εμπειρίας,
αλλά εάν οι
ενδείξεις
αρκούν για τη δόμηση
ενός πειστικού
παραγωγικού
προτύπου.
Τώρα,
τί θα μπορούσε
να είναι αυτό
το πρότυπο - σε
αντιδιαστολή
με τα συνήθη
περιγραφικά;
Εν
πρώτοις, θα
πρέπει να
είναι μια
επαρκώς
λεπτομερής
περιγραφή του
ποιητικού
αιτίου. Κάτι
ανάλογο ενός
αλγόριθμου, ο οποίος
παράγει ενός
είδους
αποτελέσματα –
στην περίπτωσή
μας του
αλγόριθμου που
παράγει
συνειδητές εμπειρίες.
Θα
μπορούσε
βέβαια να
είναι το
πρότυπο αυτό
και πληρέστερο,
να
συμπεριλαμβάνει
δηλαδή και
λεπτομερή
παράθεση των
υλικών αιτίων –
στην οποία
περίπτωση το
πρότυπο θα
ήταν ένα
ενσυνείδητο
ρομπότ – σαν το
Βασιλάκη απ’ τ’
Άνω Λιόσια που
λέγαμε πέρσι –
πρόπερσι...ΑΥΤΟ
ΛΟΙΠΟΝ ΗΤΑΝ ΤΟ
ΕΡΩΤΗΜΑ
Ο πρώτος, όμως,
κύκλος της
κουβέντας μας
έκλεισε χωρίς
να έχουμε καταλήξει
σε μια
απάντηση στο
ερώτημα. Απλώς
αναφέρθηκαν
από πολλούς
νέες ενδείξεις
– δηλαδή
ενδείξεις των
τελευταίων
δεκαετιών – για
το ότι αυτή ή
εκείνη η
εγκεφαλική
δομή είναι
αναγκαία για
αυτό ή τούτο το
ψυχολογικό
φαινόμενο,
αλλά κανείς
δεν πρότεινε
και κανείς δεν
μας
πληροφόρησε
για κάποιο
παραγωγικό
πρότυπο που
δομήθηκε βάσει
αυτών των
ενδείξεων.
Είπα
λοιπόν τότε
ότι ένα τέτοιο
πρότυπο θα
παραμένει
εσαεί ανέφικτο
εφ’ όσον
παραμένουμε
είτε κλασικοί
δυϊστές σαν
τον Καρτέσιο
και τον πολύ
κόσμο είτε
υλιστές-αναγωγιστές,
πάλι κλασικού
τύπου, όπως οι
περισσότεροι
νευροεπιστήμονες.
Είτε,
δηλαδή
πιστεύουμε ότι
η συμβατική
ύλη – έτσι όπως
την
αντιλαμβανόμαστε
με τις
αισθήσεις μας
και έτσι όπως
την ορίζει και
την αναγνωρίζει
η κλασική
φυσική και η
χημεία – είναι η
μόνη
πραγματικότητα
και η
συνείδηση – ως
λειτουργία--
είναι
ταυτόσημη με
τους
εγκεφαλικούς
μηχανισμούς,
ενώ οι
εμπειρίες που
προκύπτουν από
αυτήν είναι
υποφαινόμενα...είτε,
πιστεύουμε
μαζί με τον
Καρτέσιο ότι
οι
πραγματικότητες
είναι δύο, η
συμβατική ύλη απ’
τη μια πλευρά
και το
αντίθετό της res cogitans, απ’ την
άλλη.
Είπα
λοιπόν ότι και
στις δύο
περιπτώσεις,
κατά τη γνώμη
μου άδικα
ψάχνουμε για
πειστικό
παραγωγικό
πρότυπο.
Τώρα, τους
λόγους που στο
δυϊστικό
πλαίσιο,
τέτοιο πρότυπο
είναι
ανέφικτο, τους
έχουμε πει
τόσες φορές
που δεν νομίζω
ότι χρειάζεται
να τους
ξαναπούμε.
Αλλά, εν
όψει των
εισηγήσεων που
έπονται καλό
θα ήταν να
ανακεφαλαιώσω
τους λόγους
που εγώ
πιστεύω
ότι
ευθύνονται για
το ανέφικτο
του προτύπου
στα πλαίσια
του κλασικού
υλισμού.
Αλλά πριν,
μια μικρή
παρένθεση:
ίσως προσέξατε
ότι παρέλειψα
να αναφέρω τον
αρχιδυϊστή τον
Πλάτωνα όταν
ανέφερα τον
Καρτέσιο. Το
έκανα
εσκεμμένα γιατί,
όπως θα
εξηγήσω λίγο
αργότερα
νομίζω ότι άδικα
εντάσσουμε τον
Πλάτωνα στην
κατηγορία των
δυϊστών. Κλείνω
την παρένθεση.
Λοιπόν:
ποια τα
προβλήματα του
κλασικού
υλιστικού
αναγωγισμού; Ένα
μεγάλο
πρόβλημα στο
οποίο
αναφέρθηκα
είναι η εξέλιξη
της συνείδησης
και η
φαινομενική
τουλάχιστον
αναβάθμισή
της από την
αμοιβάδα στην
κότα, στον
πίθηκο, στον
άνθρωπο.
Εάν οι
υποσυνείδητες
υλικές
διεργασίες του
μηχανισμού που
παράγει
συνειδητές
εμπειρίες
αρκούν και οι
εμπειρίες
είναι άχρηστα
(αιτιακώς
αδρανή) υπο-προϊόντα
της
λειτουργίας
των υλικών
αυτών μηχανισμών,
για ποιον λόγο
να εξελιχθούν
αυτοί οι
μηχανισμοί
έτσι ώστε να
παράγουν όλο
και πιο
σύνθετες, πιο
μεστές, αλλά
άχρηστες
εμπειρίες;
Αυτό το
πρόβλημα ίσως
να μην είναι
και τόσο φοβερό
όσο φαίνεται
σε εμένα.
Τουλάχιστον
αυτό νομίζω θα
προσπαθήσουν
να μας πείσουν
ο Θανάσης Πρωτόπαπας
και ο Αντώνης Μοσχοβάκης.
Ένα άλλο
πρόβλημα του
υλισμού που
ανέφερα είναι
αυτό της
εξελίξεως των
εγκεφαλικών
μηχανισμών ή κυκλωμάτων
του
συνειδέναι. Το
γεγονός ότι η
λειτουργία των
κυκλωμάτων
αυτών είναι μη
συνειδητή (δεν
έχουμε
επίγνωση του
πως τα
καταφέρνουμε
και
αποφασίζουμε,
μιλάμε, περπατάμε
– ούτε αισθανόμαστε
τις νευρικές
εντολές στους
μύς που
παράγουν λόγο
ούτε τις άλλες
που παράγουν
λογικές
σκέψεις), το
γεγονός, έλεγα, αυτό,
θύμισε σε
κάποιους της
παρέας μας: να
μια ένδειξη ότι
σχεδόν τα
πάντα μπορούν
να συμβούν
χωρίς επίγνωση
- άρα καλά το
είπε ο Huxley ότι η
συνείδηση
είναι μια
απάτη – ένα
επιφαινόμενο.
Κι αυτό με τη
σειρά του
έδωσε λαβή σε
μια σειρά εισηγήσεων
για τη φύση του
ασυνειδήτου
και την ιστορία
του. Δυο
τέτοιες
εισηγήσεις θα ακούσουμε
αύριο από τον
Γιάννη Ποττάκη
και τον Ηλία
Κούβελα.
Η καταγωγή
εν τω μεταξύ
και η εξέλιξη
των εγκεφαλικών
μηχανισμών
οδήγησε στο
ευρύτερο
ζήτημα της επάρκειας
του
Νεοδαρβινισμού
να εξηγήσει
τον αφάνταστα
υψηλό βαθμό
ευταξίας και
πολυπλοκότητας
που
χαρακτηρίζει
όχι μόνον τους
εγκεφαλικούς
μηχανισμούς
του
συνειδέναι,
αλλά και τη
λειτουργία και
τη δομή του
κάθε απλού
κυττάρου.
Κι έτσι απέκλινε
για λίγο η
συζήτηση από
την αρχική της
πορεία. Η ευθύνη
εδώ είναι δική
μου διότι
ομολόγησα τις
αμφιβολίες μου
και εξέφρασα
τη γνώμη ότι οι
αρχές των
τυχαίων μεταλλάξεων
και της
φυσικής
επιλογής
μάλλον δεν αρκούν
και ότι πρέπει
να
συμπληρωθούν
από άλλες,
επίσης
εμπειρικά
διαψεύσιμες αρχές, προκειμένου
να εξηγηθούν
τα
αδιαφιλονίκητα
φαινόμενα της
εξελίξεως.
Στην αρχή,
ως συνήθως,
υπήρξαν
αντιδράσεις
τύπου «κάτω
τα χέρια από το
Νεοδαρβινισμό» από
φόβο μην τυχόν
ενδώσουμε στα
θέλγητρα της
θεωρίας του «ευφυούς
σχεδιασμού».
Αλλά, σιγά
σιγά συνεννοηθήκαμε
– έγινε εκτενής
και αξιόλογος
διάλογος στο
διαδίκτυο
μεταξύ του Βαγγέλη
Καφετζόπουλου
και του
Στέλιου
Κερασίδη, κάποιοι
μάλιστα
ένιωσαν την
ανάγκη να
καλέσουμε και
κάποιον
ειδικότερο από
εμάς στην
παρέα μας προκειμένου
να μας πει πως
έχουν τα
πράγματα στη
βιολογία όσον
αφορά την
επάρκεια ή μη
των δυο αυτών
αρχών του Νεοδαρβινισμού
και, για καλή
μας τύχη, ο
Λευτέρης Ζούρος
δέχτηκε να
έρθει να μας
κάνει παρέα.
Θα
ακούσουμε
λοιπόν τις
απόψεις του
όπως και τις απόψεις
του Στέλιου
Κερασίδη επ’
αυτού του
θέματος το
απόγευμα.
Εν τω
μεταξύ, τα
προβλήματα του
κλασικού
υλισμού που
καθιστούν το
εν λόγω
παραγωγικό
πρότυπο (κατά τη
γνώμη
μου-πάντα)
ανέφικτο,
γίνονται
εμφανέστερα
στα πλαίσια
του νοητού
πειράματος της
κατασκευής
ενός τεχνητού
προτύπου, ενός
Βασιλάκη απ’ τ’
άνω Λιόσια.
Εν
πρώτοις, η
παρουσία ενός
πραγματικού
ρομπότ – υποθετικά
εξοπλισμένου
με τη
δυνατότητα
επικοινωνίας
έτσι ώστε
εξωτερικά να
είναι
απαράλλακτο με
τον κάθε
βιολογικό
Βασίλη,
υποβάλλει σε
δοκιμασία την
ισχύ των
πεποιθήσεων
ακόμα και των
δηλωμένων
ρομποτοφίλων,
οι οποίοι,
συνεπείς στον
κλασικό
αναγωγιστικό υλισμό
τους, διακηρύττουν
το εφικτό
κατασκευής
ενσυνειδήτων
μηχανημάτων.
Η παρουσία
λοιπόν του
Βασιλάκη απ’ τ’
άνω Λιόσια, ως άλλος
Ιγνάντιος
Λογιόλα
δοκιμάζει το
βαθμό αγνότητας
και το βάθος
τέτοιων
πεποιθήσεων:
έχει η πίστη
μηδέν οξέα,
είναι 24
καρατίων ή
μήπως και
είναι
ανάμεικτη με
διαφόρων ειδών
ασυνείδητες
επιφυλάξεις
για την
ανθρωπιά των
εκ Σιλικόνης
και RC κυκλωμάτων
Βασίληδων;.
Τους
ρώτησα λοιπόν
και τους
ξαναρωτάω: θα
του αναγνωρίζαμε
ανεπιφύλακτα
του Βασιλάκη
πολιτικά δικαιώματα,
θα τον κάναμε
γαμπρό ή τη
δίδυμή του
αδερφή νύφη, θα
θυσιάζαμε γι’ αυτόν
όπως
θυσιάζουμε για
τους
βιολογικούς
μας συνανθρώπους;
Ενδεχομένως
θα ακούσουμε
σε λίγο ναι απ’
το Θανάση - τον
αυτοαποκαλούμενο
ρομποτόφιλο, Ναι!
Αλλά αυτό δεν αποδεικνύει
τίποτα
παραπάνω απ’ την
αγνότητα της
πεποιθήσεως
των ρομποτοφίλων.
Σίγουρα δεν
αποδεικνύει ότι η
πίστη τους
είναι σωστή ή
λάθος. Εγώ,
βέβαια, πιστεύω
ότι είναι
λάθος για τους
λόγους που
παρέθεσα
πέρυσι και σας
ξαναθυμίζω:
Να ένας
λόγος: Η
ανθρώπινη
νοημοσύνη –
δηλαδή οι διανοητικές
δυνατότητες
του κάθε
ανθρώπου είναι
πεπερασμένες,
αλλά κάπου
κάπου τα όριά
τους
διευρύνονται διότι
ο άνθρωπος
έχει το προσόν
να μπορεί να
υιοθετεί νέα
αξιώματα και
ακόμα και νέες
λογικές μεθόδους.
Σήμερα
δηλαδή, το
εύρος του
φάσματος των
δυνατοτήτων
του ανθρώπου
είναι Χ. Αύριο
μπορεί να
γίνει Χ συν
κάτι.
Ας
υποθέσουμε
λοιπόν ότι
δομώντας
σήμερα το Βασιλάκη
απ’ τ’ άνω Λιόσια κωδικεύουμε στο
λογισμικό του
κάθε υπαρκτό
λογικό
σύστημα. Και
είναι ο
Βασίλης...μάλλον
συμπεριφέρεται
ο Βασίλης με ευφυΐα
απαράλλακτη
αυτής των
δυνατότερων
μυαλών του
κόσμου που υπάρχουν
σήμερα.
Το ερώτημα
τίθεται: Αν
κάποιος θέσει
και στο Βασίλη
και στον όμοιό
του βιολογικό
μαθηματικό ή
φιλόσοφο το
πρόβλημα να αποδείξει
το αληθές μιας
λογικής
προτάσεως η
οποία είναι
φύσει
αναπόδεικτη βάσει
των υπαρκτών λογικών
συστημάτων,
ποιος απ’ τους
δύο θα λύσει το
πρόβλημα;
Σίγουρα
όχι ο Βασίλης,
διότι έχοντας
μέσα του ήδη όλα
τα υπαρκτά
συστήματα, με
αυτά θα
λειτουργήσει
και δεν είναι
δυνατό να τα
υπερβεί.
Ο
σύστοιχός του
φιλόσοφος όμως,
ίσως μπορέσει,
διότι ως
άνθρωπος
ενδέχεται να
εφεύρει ένα
άλλο
επιπρόσθετο,
νέο σύστημα
αξιωμάτων και
θεωρημάτων που
σήμερα δεν
υπάρχει, στο
πλαίσιο του οποίου
η πρόταση θα
μπορούσε να
αποδειχθεί
σωστή ή λάθος. (
Αυτή ήταν η
αναφορά μου
στο θεώρημα
του Goedel)
Τώρα, θα
μπορούσαμε να
εξοπλίσουμε το
Βασιλάκη με τη δυνατότητα
να εφευρίσκει
νέα λογικά
συστήματα;
Ασφαλώς όχι,
για τον
απλούστατο
λόγο ότι δεν
έχουμε ιδέα
για το ποιος
μηχανισμός τα
παράγει - είτε εγκεφαλικός
είτε υπερουράνιος
– κι ούτε καν ξέρουμε
σε τι μπορεί να
συνίσταται ένα
τέτοιο
σύστημα, πριν
κάποιου
ανθρώπου ο
νους το
επινοήσει.
Καθότι το
όντως νέο είναι
αυτό του
οποίου τα
ποιητικά αίτια
μας είναι
άγνωστα, και το
ειδικό αίτιο, η
ουσία του,
απρόβλεπτη εξ
ορισμού, πριν
αυτό προκύψει.
Ένα
δεύτερο πρόβλημα:
Θα μπορούσαμε
τουλάχιστον να
εμφυσήσουμε
στο Βασιλάκη
πεποίθηση στο
αυταπόδεικτο
των νέων αξιωμάτων
ή γενικότερα
πεποίθηση για
της όποιας
λογικής ή
ηθικής ή
αισθητικής
προτάσεως το
αληθές;
Να τον
καταστήσουμε
με άλλα λόγια
ικανό να
νιώθει αυτό το
συναίσθημα της
βεβαιότητας
που έχουμε
όταν λέμε π.χ. δύο
και δύο κάνουν
τέσσερα και
που δεν
μπορούμε να αποβάλλουμε
κι ας μας πάρει
ο άλλος το
κεφάλι;
Να τον
καταστήσουμε
ικανό να
νιώσει την
ίδια βεβαιότητα
που νιώθουμε
για το άξιον
της ζωής ή το
ωραίο μιας εικόνας,
ενός
καλλιτεχνήματος,
ή για το αστείο
ενός
ανέκδοτου;
Δεν ξέρω πώς
θα μπορούσαμε
να εμφυσήσουμε
τέτοιου είδους
εμπειρίες και
την ικανότητα
να τις γεννούν
τα κυκλώματα
του ρομπότ
παρουσία των
κατάλληλων
ερεθισμάτων κι
όχι αλλιώς – την
ικανότητα
δηλαδή
αξιολογικών
αισθητικών,
ηθικών
κρίσεων,
δεδομένου ότι
μόνον με
αλγόριθμους
γίνεται να
γεμίσουμε τα
κυκλώματά του
και όχι με
αξίες.
.........................................................................................................................................
Ο Αντώνης
ενδεχομένως θα
προσπαθήσει να
μας πείσει ότι
το πρόβλημα αυτό δεν
είναι και τόσο
δύσκολο.
Περιμένω
λοιπόν να
ακούσω, όχι
βέβαια τη λύση
του, αλλά ένα
πειστικό
περίγραμμά
της.
Αυτά
λοιπόν είναι,
εν ολίγοις, τα
προβλήματα με
το συμβατικό
υλιστικό
μονισμό που δεν
επιτρέπουν –
κατά τη γνώμη
μου – τη
δημιουργία του
εν λόγω παραγωγικού
προτύπου. Τα
επαναλαμβάνω:
1.
Ποιος
ο λόγος να
προκύψουν
συνειδητές
εμπειρίες εφ’
όσον οι
ασυνείδητες διεργασίες
φαίνεται να
αρκούν κι εφ’
όσον, στα πλαίσια
του μονιστικού
υλισμού είναι
αιτιακώς
αδρανή επιφαινόμενα,
που δεν μπορούν
να έχουν
κανένα
αποτέλεσμα;
2.
Πώς
είναι δυνατόν
από την
τυχαιότητα που
διέπει την ύλη
εν γένει και
της τυχαίες
μεταλλάξεις
(έστω και με την
επικουρία της
φυσικής
επιλογής) να
ξεπηδήσει η
αφάνταστα
μεγάλη πολυπλοκότητα
και ευταξία
που διέπει όχι
μόνον τους
εγκεφαλικούς
μηχανισμούς
αλλά και το
απλούστατο
κύτταρο;
3.
Εάν
ο υλισμός
ισχύει, ενσυνείδητα
ρομπότ είναι
εφικτά ……μόνο
που δεν είναι,
διότι είναι αδύνατο
να
προγραμματίσουμε
το εντελώς νέο,
το εξ ορισμού
απρογραμμάτιστο,
έτσι ώστε να
ομοιάσει το
ρομπότ στον
άνθρωπο.
4.
Και
μόνο που είναι (ή
που φαίνεται)
εντελώς
αδύνατο να
προγραμματίσουμε
στο μηχάνημα
πεποιθήσεις
και πάσης
φύσεως αξιολογικές
κρίσεις, όπως
και
υποκειμενικές
εμπειρίες – το hard problem του Αντώνη.
Στη ρίζα
τους -
είπα – είναι ο
διχασμός του κόσμου
σε ύλη και σε
πράγματα άυλα
(είτε τα άυλα
είναι κι αυτά
πραγματικά,
όπως λένε οι
δυϊστές –
δηλαδή,
αιτιακώς
επαρκή, είτε
όχι -
όπως λένε οι
υλιστές.
Αλλά
τίποτα δεν μας
εμποδίζει να
παρακάμψουμε
αυτό το
διαχωρισμό, ο
οποίος δίνει
την εσφαλμένη
εντύπωση ότι
ήδη ξέρουμε τι
είναι ύλη και
τι μη ύλη και
είμαστε εις
θέσιν να
δίνουμε ορισμούς
και
διατάγματα.
Ενώ το μόνο
που ξέρουμε
είναι ότι
κάποια
πράγματα για
να τα βιώσουμε
χρειαζόμαστε
αυτιά και
μάτια γι’ αυτό
και τα
ονομάσαμε εδώ
και κάτι
χιλιετίες αισθητά και
για κάποια
άλλα δεν
χρειαζόμαστε
τις αισθήσεις –
μας φτάνει
αυτό που συμβατικά
λέμε νου – κι
αυτά τα λέμε νοητά.
Είπα,
επίσης, ότι
αρχίζοντας απ’
αυτήν τη
θεωρητικά
αμερόληπτη
ταξινόμηση των
πραγμάτων ίσως
παρακάμψουμε
τα προβλήματα
του δυϊσμού
και του υλιστικού
μονισμού και
κάνουμε ένα
βήμα πιο κοντά
στο στήσιμο
ενός πιστευτού
παραγωγικού
προτύπου.
Η επόμενη
κίνηση που
πρότεινα ήταν
να ρωτήσουμε: ποια
η φύση των
αισθητών λόγω
του ότι ο
εγκέφαλος είναι
πράγμα αισθητό
de facto και πράγμα
υλικό μόνο εξ
υποθέσεως.
Ρωτώντας λοιπόν
αυτούς που
ασχολούνται
επαγγελματικά
με τα αισθητά – δηλ.
τους φυσικούς –
μαθαίνουμε ότι
η φύση των αισθητών
κάθε άλλο παρά
«υλική» είναι
και ότι η εν
λόγω υπόθεση
ότι τα αισθητά
είναι και
υλικά, είναι
απλώς λάθος.
Συγκεκριμένα,
μαθαίνουμε ότι
πέτρες, δένδρα,
πόρτες κι
εγκέφαλοι δεν
έχουν καμιά απ’
τις ορίζουσες
ιδιότητες
αυτού που λέμε
ύλη, οι οποίες
ιδιότητες
είναι εντελώς
ασύμβατες με
αυτό που λέμε
συνειδητή
εμπειρία. Ούτε
συγκεκριμένη
έκταση στο χώρο
έχουνε ούτε
αυθυπαρξία
ούτε αδιαπερατότητα
ούτε
ετεροκινησία
--αυτά καθ’ αυτά.
Μαθαίνουμε ότι
όλες αυτές οι
ιδιότητες
ουδεμιάς
εξαιρουμένης
είναι προϊόντα
συμπράξεως του
παρατηρητή
και των
αισθητηρίων
του, αφενός και
ενός αστάθμητου
κάτι, αφετέρου.
Τι είναι
αυτό το κάτι;
Πρώτον, δεν
είναι αποκύημα
του νου του
παρατηρητή
όπως έλεγε ο Berkeley. Το κάτι
υπάρχει και
χωρίς
παρατηρητές
αλλά η φύση του
εξαρτάται, καθορίζεται
από
αλληλεπιδράσεις
με άλλα κάτι.
Αυτό μεν
καθ’ αυτό μηδέν είναι.
Εν δε τη
προς άλληλα ομιλία
πάντα
γίγνεσθαι και
παντοία
είπαν όλοι
οι αρχαίοι
ημών όλου του
φάσματος - από
Ηράκλειτο
μέχρι Πλάτωνα,
όσον αφορά τα
αισθητά. Και
μόνον όταν το
κάτι
αλληλεπιδρά με
τα αισθητήρια
αλλά και τη μνήμη
και το νου του
ανθρώπου,
γεννιούνται οι
πέτρες, οι
καρέκλες, οι
θάλασσες και
οι εγκέφαλοι.
«Τότε είπε
και εγενήθηκε
η θάλασσα...» - που
έλεγε και ο
Ελύτης:
«Τότε είπε
και γεννήθηκεν
η θάλασσα
Και είδα
και θαύμασα
Και στη
μέση της
έσπειρεκόσμους
μικρούς
Κατ’ εικόνα
και ομοίωσή
μου
Ίπποι
πέτρινοι με τη
χαίτη ορθή
και
γαλήνιοι
αμφορείς
και λοξές
δελφινιών
ράχες».
Πέρσι
μάλιστα,
αποπειράθηκα
να καθορίσω
κάποιες
ιδιότητες που
λογικά πρέπει
να έχει το «κάτι»
κι ας μην τις
προσλαμβάνουμε
με τα
αισθητήριά
μας. Ιδιότητες
ανάλογες των
εμπειριών.
Όπου πάραυτα ο
φίλος μου ο
Φίλιππος με
προσφώνησε
(μεγάλη βέβαια η
τιμή) Καντιανό.
Κρίμα όμως που
δεν μπορώ να
φέρω αυτόν τον
τίτλο
ευγενείας και
να παριστάνω
το μαθητή Του Φιλοσόφου
γιατί
αντιπροχθές
συνάντησα
μνεία των προτάσεων
που έκανα, στο
βιβλίο του Russel «Εισαγωγή
στη Φιλοσοφία
των
Μαθηματικών»
και μετά στο
«Φιλοσοφία των
Φυσικών
Επιστημών» του Eddington – βιβλία προπολεμικά
και τα δύο όπου
έμαθα ότι την
περσινή μου
προσέγγιση την
εφαρμόζει
πολύς κόσμος
στη φυσική κι
έχει να κάνει
με κάτι που
λέγεται group theory στα
μαθηματικά.
Τέλος πάντων, η
βασική θέση
είναι υπόθεση
πανάρχαια –
είναι γραμμένη
χαρτί και καλαμάρι
Αυτό μεν
καθ’ αυτό μηδέν
είναι.
Εν δε τη
προς άλληλα
ομιλία πάντα
γίγνεσθαι και
παντοία
Αυτό που
αξίζει να
αναφέρω εδώ –
μιας και το
έφερε η κουβέντα
για τον
Πλάτωνα – είναι
ο λόγος που
ίσως άδικα
προσάπτουμε
στον Πλάτωνα
τον τίτλο του
δυϊστή εδώ και
αιώνες.
Ο Πλάτων
ονομάζει το
δικό μου κάτι, (στον
«Φίληβο» αυτό),
άπειρο δηλαδή
κάτι χωρίς
πέρας, όριο,
μορφή, ορισμό, ουσία.
Την ουσία
τους τα
αισθητά την
κληρονομούν
από την
ενέργεια στην
οποία
προβαίνει ο
νους, το
ποιητικό αίτιο
πάντων των
αισθητών
βάζοντας το άπειρο
στα καλούπια
των διαφόρων ειδών –
των ιδεών (οι
οποίες ιδέες
είναι
ανεξάρτητες
από το νου,
αυθύπαρκτες,
και παίζουν το
ρόλο του
ειδικού
αιτίου).
Παραδέχεται
δηλαδή, ότι τα
αισθητά:
πέτρες, κρεβάτια,
καρέκλες,
σώματα κι
εγκέφαλοι δεν
έχον αφ’εαυτών
ουσία, δεν
είναι αρχές
όπως ο νους (το
ποιητικό αίτιο)
ή όπως οι ιδέες –
το ειδικό
αίτιο. Αλλά
είναι παράγωγα
και μάλιστα
ατελή, σκιές τα
λέει των πραγμάτων
με αληθινή
υπόσταση – δηλ.,
των ιδεών.
Οπότε δεν
είναι δυνατό
να είναι
δυϊστής. Δεν
αποδέχεται τα
αισθητά ως πράγματα
αληθινά –
πράγμα που
λέει κα;ι
ξαναλέει και
που παρ’ όλο που
έχουμε βαρεθεί
να το ακούμε,
παραδόξως δεν
το λαμβάνουμε
υπ’ όψιν και συνεχίζουμε
να τον αποκαλούμε
δυϊστή.
Βεβαίως
αναγνωρίζει το
σώμα ως σήμα δηλαδή μνήμα της ψυχής
και δεσμωτήριο
αλλά αυτό δε
σημαίνει ότι
το θεωρεί ως
αρχή, ως πράγμα
με υπόσταση – το
άπειρο ναι, ο
νους ναι, τα
είδη ναι, έχουν
υπόσταση,
έχουν
πραγματικότητα
αυτά καθ’ αυτά,
αλλά καρέκλες
κι εγκέφαλοι
όχι. Καρέκλες,
κορμιά κι
εγκέφαλοι «…καθ’αυτά
μηδέν εισίν».
Για να συνεννοούμεθα,
προτού
προλάβει ο
Φίλιππος και
με προσφωνήσει
προς ύψιστη
βέβαια τιμή
μου
«Πλατωνιστή», το
δικό μου το
μυαλό δεν έχει
δει την
αναγκαιότητα
να υποθέσουμε
έναν νου
ξέχωρο απ’ τις
ιδέες που
είναι ξέχωρες
από το άπειρο –
το κάτι.
Μέχρι εδώ
που έχω φτάσει,
μου αρκεί η
υπόθεση ότι το
κάτι, το άπειρο
απ’ το οποίο ο
εκάστοτε
παρατηρητής
φτιάχνει
εμπειρίες δηλαδή,
φαινόμενα,
καρέκλες κι
εγκέφαλους
φαίνεται να
έχει τις ίδιες
ιδιότητες με
το νου του
παρατηρητή κι
όχι τις
ιδιότητες των
προϊόντων του –
των συμβατικώς
υλικών
πραγμάτων.
Μ’ αυτό
καθόλου δεν
θέλω να
υπαινιχθώ ότι
ο νους του
Πλάτωνα κάπου
καίει λάδια
και ότι ο δικός
μου πετάει. Κλείνω
λοιπόν αυτή
την παρένθεση
και
επανέρχομαι.
Όπως έχω
και λέω δυο
χρόνια στη
σειρά,
προϋπόθεση να
πάει αυτή η
κουβέντα λίγο
πιο πέρα είναι
να καταλάβουμε,
να δούμε
καθαρά και
σταθερά ότι τα
αισθητά δεν
είναι πράγματα
υλικά με την
τρέχουσα
σημασία της
ύλης που την
καθιστά εκ
διαμέτρου
αντίθετη του
νου.
Εάν αυτό το
πάρουμε
απόφαση και
δεν το ξεχνάμε
μπορούμε να
πάμε παρακάτω:
ωραία, τα
αισθητά δεν
είναι ύλη, τι
ακριβώς είναι
δεν ξέρουμε.
Ξέρουμε ότι
είναι άυλα
δηλαδή, χωρίς
τις ιδιότητες
της ύλης και συνάγουμε
λογικά πως οι
ιδιότητες του
κάτι (του υλικού
τους αιτίου,
του απείρου)
φαίνεται πως
είναι αντίστοιχες
αυτών του νου,
πως, καλύτερα,
τα διάφορα
μέρη του
απείρου έχουν
μεταξύ τους
σχέσεις
ανάλογες με
τις σχέσεις
των εμπειριών
ή των
φαινομένων που
τους
αντιστοιχούν.
Βασικό
όμως είναι να θυμόμαστε
ότι
είναι άυλα: Να
κάνουμε αυτό
το πρώτο βήμα!
Ο εγκέφαλος,
λοιπόν, όντας
αισθητό πράγμα
όπως το βουνό,
το λουλούδι, ο
τοίχος - είναι
κι αυτός μη
υλικός – άυλος, όταν
δεν τον
παρατηρεί
κανείς.
Λέει
λοιπόν ο κάθε
θιασώτης του
μονισμού, ο
κάθε αντι-δυϊστής
ότι ο νους, το
συνειδέναι
(νοούμενο ως λειτουργία),
ο παρατηρητής,
είναι
ταυτόσημα με
κάποιους
εγκεφαλικούς
μηχανισμούς
και ότι η κάθε
συνειδητή
εμπειρία είναι
ο εκάστοτε
σχηματισμός
ενεργοποιήσεως
των μηχανισμών
αυτών. Ανάγει
δηλαδή, ο
μονιστής το
νου, το
συνειδέναι
στον εγκέφαλο
και την κάθε εμπειρία
σε κάποιον
σχηματισμό
ενεργοποιήσεως.
Κι εγώ ο μη
υλιστής λέω
ναι, κι
αποδέχομαι την
αναγωγή. Την
αποδέχομαι
διότι δεν
είναι αναγωγή
του νου στην
ύλη – στο
αντίθετό του-
αλλά σε κάτι
παρομοίως άυλο
μ’ αυτόν. Ναι, ο
νους γενικά
και η
συνείδηση
ειδικότερα,
είναι εγκεφαλικοί
μηχανισμοί και
τα παράγωγά
τους, οι εμπειρίες
είναι
σχηματισμοί
μόνο που και οι
σχηματισμοί
και οι
μηχανισμοί δεν
έχουν
αφ’εαυτών τις
ιδιότητες της
ύλης.
«Και λοιπόν;»,
θα πείτε, τι
σημαίνει στην
πράξη αυτή η
παραδοχή; Πώς
θα αλλάξει το
τι κάνουμε ο
καθένας κάθε
μέρα στο
εργαστήριό
του: θα κάνω αλλιώς
εγώ τη
νευροαπεικόνιση
κι ο Φίλιππος ο
Καργόπουλος θα
φτιάχνει τα
θεωρητικά του
πρότυπα, για τα
οποία θα μας
μιλήσει αύριο,
αλλιώς;
Όχι.
Βραχυπρόθεσμα,
τουλάχιστον, η
παραδοχή αυτή καθόλου
δεν αλλάζει την
κάθε μέρα του
επιστημονικού
μας μόχθου.
Όπως η αποδοχή
της αρχής της
απροσδιοριστίας
του Heisenberg καθόλου
δεν άλλαξε τον
τρόπο που
φτιάχνονται
τραίνα,
εμβόλια, τα
γυαλιά ηλίου ή
τα γραμμόφωνα.
Αυτό που
αλλάζει
πάραυτα είναι
το νόημα που
έχουν τα προϊόντα
του
επιστημονικού
μόχθου.
Πάραυτα
αλλάζει η εν τω
βάθει δομή της
γνώσης μας και
η στάση μας
στα θεμελιώδη
επιστημονικά
ερωτήματα που
είναι
απαράλλαχτα με
τα ερωτήματα
της
φιλοσοφίας: ποιοί
είμαστε, που
πάμε και που
πρέπει να πάμε.
Μετά
την αλλαγή στα
θεμέλια, μετά
τη νοητή μας
μετατόπιση σε
άλλη σκοπιά
από όπου να
εποπτεύουμε
την
επιστημονική
μας καθεμέρα,
θα αλλάξει και
η επιστημονική
μας καθεμέρα.
Θα αλλάξει η
επιλογή των θεμάτων
και των τρόπων
έρευνας έτσι
όπως αλλάζει
κάθε φορά που
ένας Γαλιλαίος
μας
μετατοπίζει
απ’ το σύνηθες
πόστο από όπου
εποπτεύουμε τα
πράγματα του
κόσμου και του
νου.
Εν τω
μεταξύ, οι
συνειδητές
εμπειρίες από
επιφαινόμενα
έχουν γίνει
φαινόμενα, η
ευταξία του
σύμπαντος
κόσμου γίνεται
ξαφνικά
αυτονόητη και
όχι πλέον το
παράδοξο
αποκύημα της Τυχαιότητας
που δυναστεύει
τη συμβατικά
νοούμενη ύλη.
Τέλος, το τυχόν
παραγωγικό
πρότυπο, ο
Βασιλάκης απ’ τ’
άνω Λιόσια, θα
ήταν πιο
πιστευτό από
πρώτα – αν
βέβαια ήταν
εφικτός.
Βέβαια,
εφικτός δεν
είναι λόγω της
άγνοιάς μας
για το είδος
των αλγορίθμων
που παράγουν
εμπειρίες
στους βιολογικούς
Βασίληδες. Κι
έχοντας άγνοια
αυτών δεν
μπορούμε να
τους
αντιγράψουμε
και να τους
βάλουμε μέδσα στα
κυκλώματα του
Βασιλάκη.
Κάποιοι,
εδώ θα πουν ότι
τώρα που
μάθαμε πως να
κάνουμε
λειτουργικές
απεικονίσεις, όπου
νάναι θα
μάθουμε
ακριβώς πώς
παράγεται η
κάθε εμπειρία
κι έτσι θα
μπορέσουμε να
αντιγράψουμε
τον τρόπο
παραγωγής
τους. Δεν ξέρω
τι θα μας πουν
επ’ αυτού
αργότερα ο
Πεφάνης ο Παναγιώτης
και η Ειρήνη,
αλλά γι’ αυτό
έχω μιλήσει
πολλές φορές
και δεν θα
επαναλάβω τα
ίδια – τά ‘χω και
γραμμένα για
όσους το
θέλουν – η
απεικόνιση των
σχηματισμών
ενεργοποιήσεως
της κάθε
εμπειρίας
είναι φύσει
ανέφικτη.
Αν θέλουμε
αν μάθουμε πώς
παράγονται οι
εμπειρίες με
αρκετή
λεπτομέρεια ώστε
να τις
ανα-παραγάγουμε
πρέπει να πάμε
από άλλο δρόμο –
ποιόν δεν ξέρω,
αλλά ένα δρόμο
που ενδέχεται
να μας
φανερωθεί
μόνον αν
έχουμε ξεφύγει
απ’τη
δυνάστευση του
αφελούς
ρεαλισμού, όπως
φανερώθηκε
στις γενιές
τις μετά τον
Γαλιλαίο που πέταξαν
τις παρωπίδες
που είχε
φορέσει στον άνθρωπο
σαν να ‘ταν
άλογο, ο
σχολαστικός
μεσαίωνας.