Περί φροϋδικού ασυνειδήτου τινά

 

 

Το κείμενο που ακολουθεί έχει σκοπό να κάνει μια επιστημολογική διευκρίνιση περί του φροϋδικού ασυνειδήτου, κυρίως στα πλαίσια των σύγχρονων εξελίξεων της ψυχολογίας και των νευροεπιστημών. Για τις ανάγκες αυτές της παρουσίασης, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι από τις πρώτες εννοιολογικές διευκρινίσεις που παρουσίασε ο Φρόιντ, ήδη από το 19ο αιώνα, είναι η εξειδικευμένη χρησιμοποίηση του όρου Ασυνείδητο, σε σχέση με ποικίλες άλλες χρήσεις, που μέχρι τότε είχαν γίνει αναφορικά με την ύπαρξη μη συνειδητών στοιχείων, κυρίως στο πεδίο της μελέτης της αντίληψης. Είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι το φροϋδικό ασυνείδητο είναι μέρος ενός δυναμικού συστήματος που κάθε του σκέλος υπάρχει σε συνάρτηση με τα άλλα, ανεξάρτητα εάν το προϊόν για το ανθρώπινο υποκείμενο είναι συγγνωστό. Ήδη από το Σχεδίασμα μιας Επιστημονικής Ψυχολογίας (1895)[1], έχουν περιγραφεί από τον ίδιο το Φρόιντ οι προϋποθέσεις λειτουργίας και δυσλειτουργίας αυτού του συστήματος, είτε τούτο εν εγρηγόρσει, είτε τούτο καθ’ ύπνον, είτε πάλι στην κανονική ζωή, είτε σε ποικίλες εκφάνσεις της ψυχοπαθολογίας. Η εξέλιξη της αντιμετώπισης αυτού του συστήματος από το Φρόιντ και τους μαθητές του έχει μακρά ιστορία και είναι εύκολο να την παρακολουθήσει κάποιος, είτε τούτο στα πρωτότυπα κείμενα, είτε πάλι π.χ. στο Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης των Laplanche & Pontalis[2]. Αυτό που επιστημολογικά ενδιαφέρει είναι ότι «η ανακάλυψη του ασυνειδήτου» από το Φρόιντ δεν είναι ποσώς μια ex nihilo ανακάλυψη, αλλά μια έλλογη ενσωμάτωση προηγουμένων παρατηρήσεων και δεδομένων σε μια συστηματοποιημένη θεωρία. Οι δυσκολίες σε πολλές γλώσσες, των ελληνικών συμπεριλαμβανομένων, στη διαφοροποίηση του όρου ασυνείδητο από τον τρέχοντα όρο υποσυνείδητο, δηλώνει επαρκώς τη συχνή εννοιολογική σύγχυση των όρων μέσα στα πλαίσια της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια αυτή η σύγχυση δεν στοιχειοθετείται, μετά από τη δημοσίευση του μνημειώδους έργου του Henri Ellenberger, The Discovery of the Unconscious, The history and evolution of dynamic psychiatry[3]. Ο Ellenberger μπόρεσε να προσφέρει μια πλήρη αναφορά των χρήσεων του όρου και έτσι να αποδώσει την ειδική τους σημασία, στα πλαίσια όλης της εξέλιξης της ψυχολογικής και ψυχιατρικής σκέψης.

Την ίδια περίπου περίοδο, των τελευταία τριάντα χρόνων, έχει υπάρξει μια ενδιαφέρουσα στροφή προς μια γενικότερη χρήση και αξιολόγηση των μη συνειδητών δεδομένων της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τούτο με ενσωμάτωση κάποιων εννοιών περί το ασυνείδητο, εξίσου στη γνωστική ψυχολογία, στις νευροεπιστήμες και εν τέλει στην γνωσιακή επιστήμη. Ας είμαστε σαφείς. Η αναγνώριση μη ελεγχομένων στοιχείων από το συνειδητό ή τη γνωστική επεξεργασία, των δεδομένων της ζωής, δεν υποδηλώνει ούτε γενίκευση της αξίας της φροϋδικής έννοιας του ασυνειδήτου, ούτε πάλι την ανάδειξη μιας καινούργιας έννοιας, που τυχόν ως κοινός τόπος θα επέτρεπε κατ’ ανάγκη μια διεπιστημονική προσέγγιση του ψυχισμού.

Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα στη δόμηση της φροϋδικής θεωρίας, αλλά και στις επιστημολογικές κριτικές της ψυχανάλυσης, είναι ποιος είναι ο αποδεικτικός μηχανισμός και ποια είναι τα επιχειρήματα για την αναγνώριση ύπαρξης ασυνειδήτου ψυχισμού. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει άλλη μια φορά να τονιστεί, ότι το ερώτημα περί απόδειξης και άλλων τοιούτων στο χώρο της ψυχανάλυσης, αποτελεί κατ’ ανάγκη ένα κάλεσμα εξίσου σωφροσύνης στους ψυχαναλυτές, αλλά και προσοχής από τους άλλους επιστήμονες της ζωής και των ανθρώπων. Δεν πρόκειται εδώ να ξαναπιάσουμε όλη τη συζήτηση περί διαψευσιμότητας, εννοιολογικής τομής, κλπ., από τον Kuhn στον Popper και από τον Popper στον Feyerabend και από τον Feyerabend στον Grunbaum, παρόλα αυτά θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η μεταμοντέρνα επιστημολογία μπορεί επιτέλους να απαλλαγεί από τον κανονιστικό της λόγο και να ενσωματώσει και άλλες επιστημοφιλικές δραστηριότητες του ανθρώπου, όπως π.χ. η ψυχανάλυση, έτσι όπως και εμείς στο παρελθόν την έχουμε ορίσει, ως μια πρακτικοποιητική δραστηριότητα ιδιότυπου, sui generis, χαρακτήρα[4]. Αν αυτό καλοπροαίρετα αναγνωριστεί, θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε μια καινούργια διαλογική, όπου η επιβεβαίωση ή η διάψευση κάποιων ιδεών της επιστήμης, οι μεν περνάνε από τη διαδικασία της απόδειξης, οι δε από τη διαδικασία της επίδειξης. Σε αυτό το σημείο θα δανειστούμε ένα ανέκδοτο που αναφέρει στο βιβλίο του ο Jean-Marc Levy-Leblond[5]. Αναφέρει, λοιπόν, ότι ο περιβόητος φυσικός και βραβείο Νόμπελ, Richard Feynman, κατά τη διάρκεια μιας επιστημονικής συνάντησης για την καινούργια φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, ανήγγειλε ένα καινούργιο και αρκετά εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Στο τέλος της ομιλίας του ένας των ακροατών, τον ρωτάει «Dick, είναι πολύ ωραίο αυτό το αποτέλεσμα, μα το έχεις αποδείξει;» και ο Feynman του απαντάει «γιατί θέλεις να το αποδείξω, από τη στιγμή που ξέρω ότι είναι αλήθεια;».

Σε αυτό το χαριτωμένο τόμο ο θεωρητικός φυσικός και επιστημολόγος, Jean-Marc Lévy-Leblond, αναφέρει συχνά ιστορίες που έχουν χαρακτηρίσει την εξέλιξη της φυσικής κατά τη διάρκεια των αιώνων. Δείχνει το σε ποιο βαθμό η πεποίθηση του κοινού θνητού ότι τα πάντα αποδεικνύονται στο πεδίο της φυσικοχημείας και ότι το φάντασμα της απόδειξης και της αιτιότητας, έτσι όπως λειτουργεί από την εποχή του διαφωτισμού, στις επιστήμες της ζωής και του ανθρώπου, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια εξιδανίκευση ενός πράγματος που συνήθως δεν το ξέρουμε και δεν το ελέγχουμε. Από το ίδιο βιβλίο χαρακτηριστική είναι και η άλλη ιστορία, που αφορά έναν άλλον μεγάλο φυσικό, τον ρώσο Piotr Kapitsa. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, έφυγε από τη Μόσχα, από όπου καταγόταν, και πήγε στο Cambridge της Αγγλίας, για να προσπαθήσει να δουλέψει στο περιβόητο εργαστήριο του Rutherford. Ο μεγάλος δάσκαλος τον δέχτηκε ψυχρά, γιατί είχε ήδη πολλούς υποψήφιους διδάκτορες στο εργαστήριό του. Τότε, τον ρωτάει ο Kapitsa, «ποια είναι η μέση πειραματική ακρίβεια των ερευνών σας;». Ο Rutherford του λέει «δύο με τρία στα εκατό». Και ο ευφυής Kapitsa, μελλοντικό βραβείο Νόμπελ, απαντάει: «με τέτοια περιθώρια λάθους, κύριε, δεν έχετε τη δυνατότητα να παρατηρήσετε ακόμη έναν φοιτητή σας» (σ. 101). 

Με άλλα λόγια, και πέρα από τις ανεκδοτικές αυτές αναφορές, που είναι πλήθος, το φάντασμα της βεβαιότητας των φυσικοχημικών επιστημών ανήκει πολύ λιγότερο στην πειραματική ή θεωρητική ρουτίνα αυτών των κλάδων, αλλά πολύ περισσότερο στο πεδίο της ψυχοκοινωνικής διαμόρφωσης των πεποιθήσεων των επιστημόνων ή ακόμη και των κοινών ανθρώπων.

Ας έρθουμε, όμως, τώρα στην καινούργια αυτή μορφή που έχει πάρει η κριτική για την Ψυχανάλυση, στα τριάντα χρόνια που αναφέραμε πιο πάνω, και που αφορά τη γενίκευση της χρήσης της έννοιας ασυνείδητο από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους. Σε αυτό το σημείο αναφερόμαστε στο ενδελεχές άρθρο του Jacquy Chemouni, «Pour une interrogation de linconscient avant Freud et en dehors de Freud» (1998)[6], ο οποίος με λίαν προσεκτικό τρόπο εξετάζει τις παραποιήσεις στη χρήση της έννοιας του ασυνειδήτου μέσα και έξω από την Ψυχανάλυση. Ας είμαστε σαφείς. Το Ασυνείδητο και το Συνειδητό (και το Προσυνειδητό, βεβαίως) είναι ένα σύστημα, το οποίο για να μελετηθεί πρέπει να θεωρείται πάντα ως συμπαγές και κατά συνέπεια σε κάθε ιστορική στιγμή του υποκειμένου ή της κοινωνίας να υπάρχει τρόπος να περιγραφεί η δυναμική της σχέσης τους και η οικονομία της λειτουργίας τους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο παράγεται μια φιλοσοφική απορία. Για να μπορεί το συνειδητό υποκείμενο να λειτουργεί κανονικά ή κατά παρέκκλιση, πρέπει να αναγνωρίζει την ύπαρξη της μη συνειδητής ύπαρξης του Ασυνειδήτου. Αυτό στην ουσία είναι το ζήτημα που επιστημολογικά θέτει σε δυσκολία την επιβεβαίωση, την απόδειξη ύπαρξης, δηλαδή υπάρχει εδώ ουσιαστικά μια οντολογική αντίφαση. Το να έχεις συνείδηση ότι έχεις Ασυνείδητο, με τις συνέπειες του, χωρίς τούτο να είναι συνειδητό, επερωτά στην ουσία το βασικό φάντασμα του ανθρώπου, δηλαδή το φάντασμα της συγγνωστής αιτιότητας. Εδώ η ψυχοπαθολογία, όπως αναμένεται, είναι η κύρια αναφορά στον προβληματισμό, δεδομένου ότι οι «παραλογισμοί» της ψυχοπαθολογίας δεν είναι άλογα συστήματα, αλλά είναι συστήματα άλλης λογικής. Ιστορικά μπορούμε να αναγνωρίσουμε το γιατί η πατρότητα στη συστηματοποίηση του Ασυνειδήτου ανήκει στην ψυχοπαθολογία. Γιατί είναι αυτή, εννοούμε η ψυχοπαθολογία, που φέρνει στο φως της ημέρας τον παραλογισμό μη ελεγχόμενων από τη συνείδηση προϊόντων του ψυχισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ένας από τους πατέρες της μοντέρνας επιστήμης, εννοούμε ο Καρτέσιος, δεν μπόρεσε παρά τον απλοϊκό πλέον διαχωρισμό res extensa και res cogitans, να επιτρέψει την κατανόηση των σύγχρονων εξελίξεων πολλών επιστημονικών κλάδων, από τη φυσικοχημεία μέχρι την ψυχολογία.

Θα ήταν χρήσιμο να θυμίσουμε ότι η φαντασίωση του Φρόιντ να καταστήσει την ψυχολογία μία φυσική επιστήμη, σύμφωνα με τις προκείμενες του Σχεδιάσματος Επιστημονικής Ψυχολογίας, στην ουσία προσκρούει στη μετεξέλιξη ακριβώς των φυσικών επιστημών, όπου η βεβαιότητα πλέον έχει κατακρημνιστεί και το επιστημονικό συλλογίζεσθαι κινείται μεταξύ σχετικότητας και αβεβαιότητας. Οι επιστήμες του ανθρώπου, σε αυτό το σημείο ακριβώς, χάσανε την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πραγματική θεωρητική επιστημονική σκέψη. Με την απλοϊκότητα της ποσοτικής μπηχαβιορίστικης λογικής ή και πάλι με στοιχειώδεις ανατομοφυσιολογικές τεχνικές δεν έγινε δυνατόν να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την πολυποικιλότητα της εκφράσεως του ζώντος και πολλώ μάλλον της εκφράσεως των συμπεριφορών του. Τα παραδείγματα στον 20ο αιώνα είναι πλήθος, από τη δήθεν μελέτη των ζώων στους ζωολογικούς κήπους και τη μελέτη των φυτών μόνο στα θερμοκήπια. Κατά αυτή την έννοια η επαναστατική τομή της ηθολογίας, από τη δεκαετία του 1930, απέδειξε ότι η σχετικότητα είναι ο κανόνας που επιτρέπει την ύπαρξη κανονικοτήτων. Ειδικότεροι εμού θα μπορούσαν ακριβώς σε αυτό το σημείο να προσφέρουν πολλαπλά επιχειρήματα από τη θεωρία της εξέλιξης και τα βασικά δεδομένα του νεοδαρβινισμού.

Ας επανέλθουμε, όμως, στο σύστημα Ασυνείδητο-Προσυνειδητό-Συνειδητό του Φρόιντ και ας προσθέσουμε σε αυτό τη δεύτερη τοπική οργάνωση του ψυχισμού, που επικαθήμενη επί του πρώτου συστήματος, επιτρέπει πιο λεπτομερή κατανόηση των φαινομένων της ψυχικής ζωής. Το σύστημα Εγώ-Υπερεγώ-Εκείνο, που ακριβώς νοηματοδοτεί εν μέρει το Συνειδητό και εν μέρει το Ασυνείδητο μέρος του ψυχισμού, επιτρέπει μια πληρέστερη κατανόηση της φροϋδικής πρότασης. Είναι άραγε επαρκής αυτή η πρόταση; Πολλές μεταφροϋδικές προτάσεις έχουν προσπαθήσει να βελτιώσουν τις βασικές ιδέες του Φρόιντ και έτσι να φωτίσουν με πιο πλήρη τρόπο το τι πράγματι συμβαίνει στον άνθρωπο και στην κοινωνία του. Χάριν παραδείγματος, μπορούμε να προτείνουμε την χρήσιμη προσθήκη στο σύστημα που έκανε ο Λακάν, με την τριάδα Συμβολικό-Εικονικό-Πραγματικό.

Τούτων δεδομένων, και με όλες τις μεταλλαγές που έχουν υπάρξει, η βασική ιδέα περί θεμελιακού συστήματος Ασυνείδητου-Συνειδητού στον άνθρωπο, οι κανόνες λειτουργίας του και η σημασία του παραμένει σημαντική και στην κατανόηση της ανάπτυξης του ανθρώπου και στην κατανόηση πολλών ψυχοπαθολογικών καταστάσεων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη θεωρία του Φρόιντ, όπως και σε κάθε θεωρία, οι προκείμενες της θεωρίας και οι συνέπειές τους υπόκεινται πάντοτε σε αναθεώρηση και πιθανόν και σε απόλυτη κατάργηση. Η ψυχανάλυση, αναδεικνύοντας τη σημασία της ψυχικής πραγματικότητας και τη λειτουργία της εκ των υστέρων αξιοδότησης σημασίας στα γεγονότα της ζωής, εξακολουθεί μέχρι νεωτέρας να είναι μια πλήρης θεωρία περί ψυχισμού και των παθολογικών του εκφράσεων.

Σε αυτό το σημείο, και είναι ο λόγος που θυμίζουμε την έννοια της ψυχικής πραγματικότητας, ένα από τα δύσβατα ζητήματα που τίθενται στον άνθρωπο και στην καθημερινότητά του είναι η έννοια της Πραγματικότητας. Δεν είναι εφικτό σε μερικές γραμμές να αναλυθεί η εννοιακή σημασία της πραγματικής Πραγματικότητας, ούτε πάλι να εξηγηθεί το πόσο άβολο είναι αυτό που στην ουσία προτείνει η Ψυχανάλυση, ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα σαν την πραγματική Πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο θα αναφερθούμε σε ένα πρόσφατο βιβλίο, ενός γνωστού γάλλου νευροεπιστήμονα, του Pierre Buser (2005)[7]. Ο Buser προσπαθεί, κάνοντας μια πολλαπλή σαρωτική κίνηση στα δεδομένα των νευροεπιστημών και της γνωσιακής επιστήμης, να αναδείξει πως τα μη συνειδητά σκέλη των πειραματικών ή κλινικών φαινομένων μπορεί τυχόν μια μέρα να εξηγηθούν από τον τρόπο λειτουργίας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και ότι θα πρέπει η καινούργια νευροφυσιολογία να συμπεριλάβει αυτά τα δεδομένα, ώστε οι υπόρρητοι μηχανισμοί και τα μη συνειδητά στοιχεία να συνενώνονται σε μια ενιαία οντότητα. Δεν είναι εδώ που θα κάνουμε την κριτική της προσπάθειας συνδυασμού του Buser, πάντως αν κρίνουμε από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί διαβλέπουμε μια σύγχυση, άλλωστε πολύ κοινή στη βιβλιογραφία, μεταξύ προσοχής, ενδιαφέροντος, νευρολογικής συνείδησης και συνειδητότητας. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Buser ορθώς επισημαίνει το πρόβλημα των συναισθημάτων, ως πρόβλημα ψυχολογικής λειτουργίας αλλά και νευροεπιστημονικής διερεύνησης, καταδεικνύει ότι το εν τέλει διακύβευμα είναι στην ουσία το παλιό πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης, δηλαδή του ελέγχου που το εν εγρηγόρσει ή καθ’ ύπνον ή σε κώμα υποκείμενο θέτει στην καθημερινότητα. Έτσι, λοιπόν, μπορούμε σχηματικά να συμπεράνουμε ότι το καινούργιο πεδίο κριτικής απέναντι στην ψυχανάλυση βρίσκεται ανεπτυγμένο στο χώρο της γενίκευσης της έννοιας του ασυνειδήτου και κυρίως στη δυσκολία που έχουν πολλοί γνωσιακοί επιστήμονες να χειριστούν τα δύο βασικά ζητήματα που θέτει η ψυχανάλυση, δηλαδή την έμφυλη συμπεριφορά και τη λειτουργία της γλώσσας.

 

Βιβλιογραφία



[1] Freud, S. (1950/1895). Project for a Scientific Psychology. S.E. I, 283-397.

[2] Laplanche, J., & Pontalis, J. B. (1995/1981). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος

[3] Ellenberger, H. F. (1970). The Discovery of the Unconscious. The History and Evolution of Dynamic Psychiatry. New York: Basic Books.

[4] Τζαβάρας, Θ. (2005/1982). Σχέδιο για μια επιστημολογία της Ψυχαναλύσεως. Στο Ψυχανάλεκτα. Αθήνα: Νήσος, σελ. 55-66.

[5] Lévy-Leblond, J. M. (2006). La vitesse de l’ombre. Aux limites de la science. Paris: Seuil.

[6] Chemouni, J. (1998). Στο Pour une interrogation de l’inconscient avant Freud et en dehors de Freud. Fustrelie, F., Lechevallier, B. Viada, D. (eds). La conscience. De Boeck Universite, σελ. 207-237.

[7] Buser, P. (2005). L’inconscient aux milles visages. Paris: Odile Jacob.