Πρόθεση, Βουληση και Πράξη:
Μια Γνωσιοεπιστημονική Προσέγγιση
Φ.Β.Καργόπουλος
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του να κάνει κανείς φιλοσοφία ή ψυχολογία μέσα στο διεπιστημονικό πλαίσιο της γνωσιοεπιστήμης είναι ότι παλιά προβλήματα μπορούν να δεχθούν τώρα νέες λύσεις και παλιές λύσεις να οδηγηθούν σε νέα προβλήματα. Ειδικότερα οι νεότερες εξελίξεις στη γνωσιοεπιστήμη που έφεραν την νευροεπιστήμη από την περιφέρεια στο κέντρο της διεπιστημονικής προσπάθειας, μας δίνουν τη δυνατότητα να επιχειρήσουμε μια νέα λύση στο αιώνιο φιλοσοφικό πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης που με τη σειρά της οδηγεί σε νέο μοντέλο για τη ανθρώπινη πράξη.
Στο
ακροατήριο
αυτό δεν
χρειάζεται να
μακρηγορήσω
για τη σημασία
της σύγκρουσης
μεταξύ ελευθερίας
της βούλησης
και
αιτιοκρατικού
ντετερμινισμού. Οι
ψυχολόγοι,
ιδιαίτερα
αυτοί που
ασχολούνται με
κλινική πράξη,
ζουν με αυτό το
πρόβλημα. Ο
άνθρωπος που
χτυπά την
πόρτα τους είναι
σαν να τους
λέει ότι
ελεύθερα
επέλεξε να ζητήσει
την βοήθειά
τους γιατί
αναγνωρίζεί
ότι κάτι που
αιτιακά δεν καθορίζεται
από την
βούλησή του
τον ταλαιπωρεί
και βασίζεται
στην δική τους
αιτιακή γνώση
να διαγνώσει
και να
παρέμβει στις
αιτιακές
σχέσεις για να το
εξαλείψει και
να επαναφέρει
την βούλησή
τους σε
κυρίαρχη θέση. Και
αντίστοιχη
εναλλαγή
αιτίας
και λόγου
ισχύουν για
τον ψυχολόγο,
που χρειάζεται
και την
ελευθερία της
βούλησης και
τον
ντετερμινισμό,
και μάλιστα σε
γόνιμη σύγκρουση.
Όμως το
πρόβλημα όταν
τίθεται λογικά
είναι παράδοξο
ανάλογο με το
παράδοξο της
ψυχοφυσικής
αιτιότητας:
Η σχέση με
το πρόβλημα
της
ψυχοφυσικής
αιτιότητας
είναι προφανής
και τυπικά και
ουσιαστικά. Εκεί η
βασική απορία
είναι πως μπορεί
μια σκέψη που
υπόκειται
στους νόμους
της λογικής
(και όχι της
μηχανικής) να
επηρεάσει τον
εγκέφαλο (και
μέσω του
εγκέφαλου το
σώμα) που
υπόκειται
στους νόμους
της μηχανικής
(και όχι της λογικής). Ο νους
μας προτρέπει
να κάνουμε (ή να
μην κάνουμε) το εύλογο,
το ΚΝΣ μας
υποχρεώνει να
κάνουμε το
αναγκαίο.
Δεδομένου
του ότι δεν
υπάρχει σκέψη
που να μην
αντιστοιχίζεται
με κάποια
ηλεκτροχημική
βιολογική
δραστηριότητα
του εγκεφάλου
και η
δραστηριότητα
αυτή υπόκειται
σε νόμους
αιτιοκρατικούς,
τότε πως είναι δυνατή
η ελευθερία
της βούλησης
να διαλογιστεί
και να πράξει
το εύλογο. Ποια εικόνα
από τις δύο
λοιπόν είναι
σωστή;
Ο Δράστης
λέει: ‘Δικός μου
είναι ο
εγκέφαλος και
τον κάνω ότι
αποφασίζω’
Ο
Εγκέφαλος
λέει: ‘Δικός μου
είναι ο
δράστης και κάνει
ότι έχω αποφασίσει’
Θα δείτε
ότι και οι δυο
εικόνες είναι
λανθασμένες
μολονότι η μια
περισσότερο
από την άλλη.
Τι λέει στο
ζήτημα η
νευροεπιστήμη; Η
δουλειά του Benjamin Libet
είναι εδώ
καθοριστική. Στην
πρώτη βασική
σειρά
πειραμάτων με
ανοιχτούς εγκεφάλους
ο Libet απέδειξε
ότι η
συνείδηση μιας
εγκεφαλικής
ενεργοποίησης
ακολουθεί την
ενεργοποίηση
μετά από 500
χιλιοστά του
δευτερολέπτου. Τούτο
σημαίνει ότι
ζούμε συνειδησιακά
στο παρελθόν. Όσο για
την αίσθηση ότι
όταν για
παράδειγμα
αγγίζουμε το
χέρι μας αυτό
συμβαίνει την
ίδια στιγμή, ο Libet το εξηγεί
λέγοντας ότι
ετεροχρονίζουμε
τη συνείδηση
για να την
φέρουμε στο
παρόν.
Έτσι
στο
παράδειγμα του
οδηγού που
βλέπει ένα
αγόρι να
πετάγεται στο
δρόμο και
φρενάρει, η
σωστή σειρά
των γεγονότων
είναι (Διαφάνεια
2) ότι πρώτα
αντιλαμβάνεται
το ΚΝΣ τον ερεθισμό
μετά ακολουθεί
η αντίδραση
μετά
συνειδητοποιείται
ο ερεθισμός
και η
αντίδραση και αποδίδονται
χρονικά πίσω
στο αρχικό
γεγονός.
Η
δεύτερη σειρά
πειραμάτων
είναι ακόμα πιο
ξεκάθαρη στο
ζήτημα της βούλησης.
Ζητείται από
τα υποκείμενα
να προβούν σε
απλή πράξη
βούλησης, όπως
το να
κουνήσουν το
χέρι τους ή να
μην το
κουνήσουν,
χωρίς
χρονικούς περιορισμούς
και χωρίς
προηγούμενο
προγραμματισμό,
ενώ
καταγράφονται
και οι
διαδικασίες
του εγκεφάλου
και των μυών
του χεριού. Παράλληλα
τα υποκείμενα
παρατηρούν
έναν περιστρεφόμενο
δείκτη που
διαγράφει
περιστροφή σε
2.56΄΄ και πρέπει
να πουν σε κάθε
περίπτωση που
έκαναν κίνηση,
σε ποιο σημείο
ήταν ο δείκτης
όταν συνειδητοποίησαν
την απόφαση να
κουνήσουν το χέρι. Αυτό το
απλό πείραμα
που συνδυάζει
αντικειμενική
παρατήρηση
εγκεφάλου με
υποκειμενική
αναφορά της
συνείδησης,
έδωσε
εκπληκτικά αποτελέσματα. Αν
θεωρήσουμε ως
χρόνο Ο (μηδέν) την
στιγμή της
κίνησης του
χεριού τότε η
πρώτη ενεργοποίηση
του εγκεφάλου (δυναμικό
ετοιμότητας)
αρχίζει πριν
από 550 millisecond. Η
συνειδητοποίηση
όμως της
απόφασης συμβαίνει
το νωρίτερο 200 millisecond πριν την
πράξη, δηλαδή
μετά από 350 msec
από την
ενεργοποίηση
του εγκεφάλου. Τούτο
σημαίνει ότι η
απόφαση για
μια βουλητική πράξη
παίρνεται από
τον εγκέφαλο
και όχι από την συνείδηση,
η οποία πληροφορείται
την επικείμενη
πράξη μόλις 150 msec πριν την
εκτέλεση. Αυτό το
αποτέλεσμα
μπορεί να
φαίνεται σαν
τελική
καταδίκη της ελευθερίας
της βούλησης,
αλλά ο Libet
θεωρεί ότι
αυτά τα 150 msec είναι
αρκετά για να
αποτραπεί η
πράξη.
Αν υπάρχει
ελευθερία της
βούλησης, και ο Libet
πιστεύει ότι
υπάρχει, αυτή
συνίσταται στη
δυνατότητα του
να επιτρέψουμε
ή να ασκήσουμε
βέτο και έτσι
να αποτρέψουμε
μια πράξη την
οποία έχει ήδη
ξεκινήσει ‘ερήμην
μας’ ο
εγκέφαλος. Η κοινή
εμπειρία συνηγορεί
για τη σημασία
της άσκησης
βέτο όπως δείχνει
και ο νόμος
μπροστά στον
οποίο έχουν
οδηγηθεί
αρκετοί
αστυνομικοί
γιατί σε συνθήκες
προσωπικού
κινδύνου δεν
συγκρατήθηκαν
και πυροβόλησαν
υπόπτους.
Μέχρι
τώρα αυτά τα
συνταραχτικά
αποτελέσματα,
μπορεί να
δίνουν λύση
στο πρόβλημα
της ελευθερίας
της βούλησης,
αλλά είναι
κυρίως
νευροεπιστημονικές
ανακαλύψεις. Πώς
εμπλέκεται η
φιλοσοφία; Η
ιδιαίτερη αξία
της ΓΕ που
φέρνει σε συνεργασία
πολλές
επιστήμες,
φαίνεται στην
περίπτωση
γιατί το
αμέσως επόμενο
ερώτημα στον
νου σας
φαντάζομαι
είναι
«Πώς είναι
δυνατόν να
ασκήσει βέτο
στην πράξη η συνείδηση,
αφού για να
γίνει οποιαδήποτε
πράξη πρέπει
πριν από 550 msec.ο
εγκέφαλος να
ενεργοποιηθεί. Αν λοιπόν
η άσκηση βέτο
είναι και αυτή
πράξη, μοιάζει
αδύνατο να
συμβεί.
Αντίθετα αν
το να επιτρέψεις
μια πράξη δεν
είναι
διαφορετικό
από το να την
κάνεις, τότε
αυτή η πράξη
είναι δυνατή
αλλά αφού
είναι η μόνη
δυνατή,
αίρεται η
ελευθερία της
βούλησης.»
Η
παραπάνω
λογική ανάλυση
μας δείχνει το πρόβλημα. Η
φιλοσοφία
πρέπει να μας
δείξει ένα
δρόμο προς τη
λύση.
Πριν από 55
χρόνια ο Wittgenstein είχε εντοπίσει
το εξής ως
πρόβλημα: Τι
υπόλοιπο μένει
όταν από το
‘Σηκώνω το χέρι
μου’
αφαιρέσουμε το
‘Το χέρι μου
σηκώνεται’. (Διαφάνεια
5) Από το
ερώτημα αυτό
ξεκινά μια
ολόκληρη
περιοχή της
φιλοσοφίας της
νόησης που
ονομάστηκε
Θεωρία της
Πράξης και
είχε ως στόχο
τη λογική
ανάλυση και
ανακατασκευή
της κλάσης των
γεγονότων που
αποτελούν
πράξεις.
Επειδή και η κάθε
πράξη απαιτεί
κάποια κίνηση
του σώματος, το
ερώτημα ζητά
αυτό το επί
πλέον που
μετατρέπει την
κίνηση σε πράξη,
μ άλλα λόγια
την πρόθεση
(που συνδέεται
με την βούληση).
Το ερώτημα
έχει ιδιαίτερη
σημασία για
την
γνωσιοεπιστήμη
γιατί ένα από
τα βασικά χαρακτηριστικά
του νοητικού
θεωρήθηκε ότι
ήταν η
προθετικότητα
και το βασικό
επιστημολογικό
ερώτημα για τη
γνωσιοεπιστήμη
είναι το πώς θα
μπορέσουμε να
συνταιριάσουμε
την φυσιοκρατική
εξήγηση της
νευροεπιστήμης
με την προθετική
εξήγηση της
ψυχολογίας.
Από όλες
τις πράξεις
αυτές που
έχουν ιδιαίτερη
σημασία για το
αρχικό μας
πρόβλημα είναι
αυτές που
ονομάζονται
‘αποφυγές’, ή
‘αρνήσεις
πράξης’, γιατί σ’
αυτές
εντάσσονται οι
ασκήσεις βέτο
στις οποίες
αναφέρεται ο Libet.
Υπάρχουν δύο αντίθετες
θεωρίες για
τις αποφυγές. Η πρώτη
θεωρία ανήκει
στον μαθητή
του Wittgenstein, von Wright,
που
υποστηρίζει
ότι οι
αποφυγές (refrainings) είναι
ουσιαστικά
διαφορετικές
από τις
θετικές πράξεις
(performings), δηλαδή
τις
‘διαπράξεις’
και πρέπει να
αναλυθούν και
να οριστούν
διαφορετικά
από αυτές. Η άλλη
θεωρία του Myles Brand και του Arthur Danto,
υποστηρίζει
ότι οι
αποφυγές είναι
απλά έμμεσες πράξεις
ανάλογες με
τις διαπράξεις
γιατί για να
γίνει μια
αποφυγή,
πρέπει ο δράστης
να κάνει
κάποια άλλη
πράξη αντί της
αποφυγής. Στο
παράδειγμά
μας, ο αστυνομικός
αποφεύγει να
σκοτώσει τον
δραπέτη
πυροβολώντας
στον αέρα ή
κρατώντας το
χέρι μακριά
από το όπλο ή
ασφαλίζοντας
το όπλο. Το
πλεονέκτημα
της δεύτερης θεωρίας
είναι η
απλότητα: δεν
χρειάζεται δύο
είδη πράξεων
αλλά ένα.
Ωστόσο
αν για να γίνει
μια αποφυγή
πρέπει να
γίνει μια άλλη
πράξη στη θέση
της τότε και η
αποφυγή είναι
αδύνατη αλλά
και η μη
αποφυγή
αναγκαία, άρα
μη ελεύθερη. Καταρρίπτεται
έτσι η θεωρία
των Brand & Danto
γιατί
αντιβαίνει
προς τα
ευρήματα του Libet και οδηγεί
σε φιλοσοφικό
παράδοξο.
Από την άλλη
μεριά όμως
αυτό που
αρχίζει να
διαφαίνεται
είναι ότι το
θεωρητικό
λάθος ξεκινάει
από το ότι
θεωρήσαμε ως
κατ’ εξοχήν
πράξεις τις
διαπράξεις και
ιδιαίτερα τις
προμελετημένες
(τις οποίες
υπερεκτιμούμε
για λόγους
διδαχής) και
τις αποφυγές
ως εξαιρέσεις
ή ως
παρασιτικές
στις
διαπράξεις. Η παραπάνω
θέση οδήγησε
στο εξής
κλασσικό
μοντέλο
πράξης: (Διαφάνεια
6)
Σκέψη®Βούληση®Ενεργοποίηση
εγκεφάλου®Πράξη
Στη
συνέχεια κάτω
από υλιστικές
φυσιοκρατικές
επιστημονικές
πιέσεις που
αμφισβήτησαν
τη δυνατότητα
να υπάρχει
σκέψη και
βούληση ανεξάρτητα
από εγκεφαλική
ενεργοποίηση,
το μοντέλο
αναθεωρήθηκε
σε
Σκέψη-Βούληση
Εγκεφαλική ενεργοποίηση ® Πράξη
Όμως σύμφωνα με τα παραπάνω ευρήματα η μόνη δυνατή λύση που αφήνει χώρο για τη συνείδηση ως όργανο ελευθερίας και επιλογής είναι να θεωρήσουμε ως βασικές ελεύθερες πράξεις τις αποφυγές και να ορίσουμε τις θετικές πράξεις ως αποφυγές της αποφυγής. Το μοντέλο πράξης που ισχύει εδώ είναι
Εγκεφαλική Ενεργοποίηση ® Συνείδηση ® Πράξη
Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό
«Πράττουμε πάντα αυτό που αποφάσισε ο εγκέφαλος μας και επέτρεψε να συμβεί η συνείδησή μας και δεν πράττουμε είτε ότι δεν αποφάσισε ο εγκέφαλός μας, είτε ότι αποφάσισε ο εγκέφαλός μας αλλά δεν επέτρεψε η συνείδησή μας.»
Με
τη συνείδηση
στο ρόλο του
φρένου (ατυχής
μεταφορά,
γιατί για να
φρενάρεις
πρέπει να
κάνεις μια άλλη
πράξη) μου
φαίνεται
ευτυχής
σύμπτωση που
ταυτίζεται
ξανά ο νους με
την αρχαία
έννοια των
φρενών ή των
φρένων.
Ο
Δράστης λέει:
‘Δικός
μου είναι ο
εγκέφαλος και
τον κάνω ότι
αποφασίζω’
Ο
Εγκέφαλος
λέει:
‘Δικός μου
είναι ο
δράστης και
κάνει ότι έχω
αποφασίσει’
Ερώτημα
του Wittgenstein:
‘Σηκώνω το
χέρι μου’
αφαιρέσω
το
‘Το χέρι μου
σηκώνεται’
Ερώτημα
του McCann (ισοδύναμο
με του Wittgenstein)
What must be added to an even to make it
the result of an action?
Παράδειγμα:
Τί πρέπει
να προσθέσω σε
ένα γεγονός α
(θάνατος του
Σμίθ) για να το
κάνω
αποτέλεσμα πράξης
Α (φόνος του
Σμιθ);
Απάντηση
(Θεωρία της
αιτιωδώς
βασικότερης
πράξης-Causally more basic action)
Αυτό που
πρέπει να
προστεθεί στο
γεγονός α
(θάνατος του
Σμιθ) για να το
κάνει
αποτέλεσμα της
πράξης Α (Φόνος
του Σμίθ) είναι
κάποια άλλη
πράξη Β (πυροβόληση
του Σμίθ) που
είναι αιτιωδώς
βασικότερη από
την Α που έχει
το α όχι ως
αποτέλεσμα
αλλά ως αιτιακή
συνέπεια
Αλλα η Β
έχει ως
αποτέλεσμα το
β (σύμφωνα με το action-result law)
Και το
παραπάνω
πρόβλημα
ξαναδημιουργείται
επ άπειρον εκτός
αν βρούμε
κάποια βασική
πράξη Ω
που έχει
αιτιακή
συνέπεια
αλλά δεν έχει
αποτέλεσμα ω
Αυτές ι
πράξεις Ω
είναι οι
βουλήσεις
που ως
νοητικές
πράξεις μπορούν
να μην έχουν
αποτέλεσμα αλλά
κάπως έχουν
αιτιακές
συνέπειες
Σκέψη-Βούληση
Εγκεφαλική
ενεργοποίηση ®
Πράξη
«Πράττουμε πάντα αυτό που αποφάσισε ο εγκέφαλος μας και επέτρεψε να συμβεί η συνείδησή μας και δεν πράττουμε είτε ότι δεν αποφάσισε ο εγκέφαλός μας, είτε ότι αποφάσισε ο εγκέφαλός μας αλλά δεν επέτρεψε η συνείδησή μας.»