[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]
|
Θανάσης Πρωτόπαπας Mια παρέμβαση στη συζήτηση για το αν ο εγκέφαλος παράγει τα ψυχικά φαινόμενα 1. Η αναζήτηση του σύγχρονου φλογιστούΔιαβάζοντας τις προηγούμενες τοποθετήσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες εκτενείς συζητήσεις περί του τι είναι ή δεν είναι ύλη, διαφαίνεται σαφώς ένα δυϊστικό ενδεχόμενο, κάτι που εν μέρει οφείλεται στη «στημένη» αρχική ερώτηση, η οποία ενθαρρύνει κατά τη γνώμη μου δυϊστικές απαντήσεις. Επειδή νομίζω ότι δεν έχουμε κανένα απολύτως σοβαρό[1] λόγο στην επιστήμη να εξετάζουμε «μη υλικά» ενδεχόμενα, θα ήθελα να παραθέσω ορισμένες σκέψεις σχετικά με το πώς βλέπω το αρχικό ερώτημα, και να προτείνω κατ’ αναλογία ορισμένες θεωρήσεις που μου φαίνονται σχετικές. Φαίνεται ότι υπάρχει καταρχήν συμφωνία πως το κεντρικό ζήτημα αφορά στην καθεαυτή υποκειμενικότητα της εμπειρίας, το «σκληρό» (ή δύσκολο) πρόβλημα του Chalmers. Για οτιδήποτε άλλο οι διαφωνίες είναι τεχνικής φύσης και εν πάση περιπτώσει κινούνται στα συνήθη πλαίσια των διαφορετικών απόψεων για τον αναγωγισμό. Η ερώτηση που καταλαβαίνω εγώ είναι: «πώς μπορούμε να πειστούμε εμπειρικά για τη φυσική υπόσταση της υποκειμενικότητας των ψυχικών φαινομένων;» Ξεκινώ λοιπόν από αυτό που βλέπω πίσω από την ερώτηση αυτή, δηλαδή την αδυναμία μας να συλλάβουμε και να εντάξουμε στο φυσιοκρατικό εννοιολογικό μας πλαίσιο αυτήν την αίσθηση υποκειμενικότητας. Προτείνω να συγκρίνουμε την αδυναμία μας αυτή με παλαιότερες αδυναμίες κατανόησης φαινομένων, όπως για παράδειγμα της φωτιάς. Προγενέστεροι μελετητές και στοχαστές αναρωτιούνταν ποια να ’ναι η φύση της φλόγας που όλοι βλέπουμε. Ένα σημερινό παιδί μπορεί ν’ απορεί αν πρόκειται για αέριο (που χάνεται;) ή κάτι ιδιαίτερο (ξεχωριστή ουσία) ώσπου να μάθει ότι η φλόγα είναι «απλώς» ένα φυσικό φαινόμενο (όχι οντότητα) που έχει να κάνει με υψηλές θερμοκρασίες και το φάσμα εκπομπής.[2] Από τη στιγμή που γίνεται κατανοητό, έστω και επί της αρχής (χωρίς όλες τις υπολογιστικές λεπτομέρειες), το γιατί και σε ποιες περιπτώσεις βλέπουμε φλόγα, παύει οριστικά και αυτόματα να υφίσταται ερώτημα περί φύσης ή υπόστασης της φλόγας. Σημειώνω με έμφαση ότι το ερώτημα περί υπόστασης δεν απαντήθηκε ποτέ, αλλά έπαψε να έχει νόημα από τη στιγμή που έγινε κατανοητή η περιγραφή του φαινομένου. Αναρωτιέμαι μήπως βρισκόμαστε παρομοίως σε αποστολή αναζήτησης ενός σύγχρονου φλογιστού, το οποίο βεβαίως δεν βρίσκουμε και δεν κατανοούμε επειδή δεν υπάρχει. Αναφέρομαι στο ερώτημα περί υπόστασης του νου (ή των ψυχικών φαινομένων, αν προτιμάτε), το οποίο, αν ισχύει η αναλογία, θα πάψει να έχει νόημα, χωρίς να απαντηθεί ποτέ, όταν κατανοήσουμε το μηχανισμό παραγωγής των ψυχικών φαινομένων. H λύρα και ο ήχοςΤο αρχικό ερώτημα που τέθηκε προς συζήτηση περιέχει ήδη μια ένδειξη ότι η κατά φλογιστό ερμηνεία κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Το ερώτημα περιλαμβάνει, ως αυτονόητα αποδεκτό, πως μια λύρα παράγει μουσική, και ζητά να αποδείξουμε κατ’ αναλογία πως ο εγκέφαλος παράγει ψυχή (η ακριβής διατύπωση του δεύτερου μέρους δεν έχει σημασία εδώ). Υποστηρίζω πως όποιος δέχεται ότι η λύρα παράγει μουσική είναι υποχρεωμένος να δεχτεί και ότι ο εγκέφαλος παράγει νου ή ψυχή, αν δεν θέλει να κατηγορηθεί για ασυνέπεια. Ο λόγος είναι πως η έννοια του «ήχου» δεν υπάρχει χωρίς ακροατή. Η λύρα παράγει ταλαντώσεις στα μόρια του αέρα που την περιβάλλουν αν η ίδια (η χορδή της) διεγερθεί. Οι ταλαντώσεις αυτές περιγράφονται συγκεντρωτικά ως κύματα στο γενικευμένο μέσον «αέρας» που περιβάλλει τη λύρα, εξαιτίας των αποτελεσμάτων των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μορίων του αέρα. Τίποτα από αυτά δεν είναι ήχος, πόσο μάλλον «μελωδία» ή «μουσική». Ο έμβιος, ενσυνείδητος παρατηρητής που αντιλαμβάνεται τις ταλαντώσεις μέσω κάποιου ειδικού νευρικού συστήματος μετατροπής, επεξεργασίας και ερμηνείας τους, αυτός ακούει ήχο. Ακόμα και ο μαθηματικός χαρακτηρισμός της αρμονικότητας ως ακουστικής ιδιότητας δεν επαρκεί για την αντιληπτή μουσικότητα ενός ήχου. Επειδή όμως είμαστε εξοικειωμένοι με το φαινόμενο και κατανοούμε σε κάποιο βαθμό τη σχέση μεταξύ της δημόσια παρατηρήσιμης ταλάντωσης και του ιδιωτικού ήχου, είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε χωρίς αμφισβήτηση ότι η λύρα παράγει ήχο. Ομοίως, προτείνω, αν κατανοούσαμε τη σχέση μεταξύ των δημόσια παρατηρήσιμων νευρωνικών γεγονότων και του ιδιωτικού ψυχισμού, τότε δεν θα είχαμε καμία δυσπιστία στην αποδοχή της εγκεφαλικής φυσιοκρατίας ως ουσιαστικά ταυτόσημης με την υποκειμενική εμπειρία. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα αναμφισβήτητα φυσικό γεγονός (λύρα, εγκέφαλος), το οποίο περιγράφεται από φυσικούς νόμους ως τις πιο μικροσκοπικές κλίμακες, και κάποιο αιτιακά παραγόμενο αποτέλεσμα (ήχος, νους) στο οποίο επικρατούν μακροσκοπικές γενικεύσεις και υποκειμενικότητα. Η υποκειμενικότητα εδώ χρησιμοποιείται και με τις δύο έννοιες, τόσο για τον ήχο όσο και για το νου: Πρώτον, αφορά στην εξάρτηση από το υποκείμενο· δηλαδή ο ήχος (όπως και ο νους) δεν υπάρχει χωρίς υποκείμενο-ακροατή, και επιπλέον τα ακριβή (αντιληπτικά) χαρακτηριστικά του ήχου εξαρτώνται από το υποκείμενο-ακροατή.[3] Δεύτερον, στην περίπτωση του ανθρώπου ακροατή, το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον ήχο ταυτόχρονα με την αίσθηση του διαχρονικού εαυτού του ως υποκειμένου,[4] προσδίδοντας μια εσωτερική, μη παρατηρήσιμη άποψη στο αντίλημμα, η οποία έχει λάβει τις τερατώδεις μυστικιστικές διαστάσεις που είναι και το υπό συζήτηση αντικείμενο. Η θερμοκρασία και η κίνηση των μορίωνΗ «θερμοκρασία» δεν είναι μια φυσική οντότητα διότι δεν υπάρχει ως τέτοια στο φυσικό κόσμο. Δηλαδή δεν υπάρχει κάτι απτό που να αντιστοιχεί στην έννοια της θερμοκρασίας. Εκείνο που υπάρχει είναι τα σωματίδια και οι κινήσεις τους, δηλαδή συνδυασμοί μάζας και ταχύτητας. Το συλλογικό αποτέλεσμα των κινήσεων αυτών εκφράζεται ως θερμοκρασία, όπως και το συλλογικό αποτέλεσμα συγχρονισμένων ταλαντώσεων εκφράζεται ως κύμα, επειδή αυτό εξυπηρετεί καλύτερα γενικεύσεις σε μακροσκοπικό επίπεδο. Ο όποιος αιτιακός ρόλος αποδίδεται στη θερμοκρασία σε μακροσκοπικές περιγραφές είναι κοινά αποδεκτό ότι αναφέρεται έμμεσα στο μικροσκοπικό επίπεδο και στην εκεί αιτιότητα. Η θερμοκρασία είναι λοιπόν ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, μια φυσική ιδιότητα[5] με συγκεκριμένες αιτιακές σχέσεις στο κατάλληλο επίπεδο περιγραφής (μακροσκοπικό). Πάνω και κάτω από το επίπεδο αυτό δε νοείται θερμοκρασία, εφόσον δεν εξυπηρετεί τους περιγραφικούς σκοπούς για τους οποίους ορίστηκε. Ομοίως δε νοείται θερμοκρασία έξω από το πλαίσιο και τις περιστάσεις για τις οποίες ορίζεται, ή, εναλλακτικά, μπορεί να ορίζεται διαφορετικά η να διαφέρουν κατά περίσταση οι λεπτομέρειες της αντιστοίχισης προς το μικροσκοπικό επίπεδο, π.χ. στο μεσοαστρικό πλάσμα αντί σε ένα ατμοσφαιρικό αέριο. Από τη στιγμή που ορίζουμε τη θερμοκρασία με συγκεκριμένη σχέση προς το αμιγώς φυσικό επίπεδο περιγραφής (το μικροσκοπικό, με τα «υπαρκτά» σωματίδια που κινούνται), δεν τίθεται ζήτημα υπόστασής της. Δεν αναρωτιέται κανείς αν είναι μη υλική οντότητα. Δεν έχει νόημα μια τέτοια ερώτηση. Απλώς χρησιμοποιούμε την έννοια της θερμοκρασίας για την έκφραση φυσικών γενικεύσεων όπως μας βολεύει, κατανοώντας πάντα ότι έμμεσα αναφερόμαστε στο υποκείμενο μικροσκοπικό φυσικό επίπεδο. Η θερμοκρασία είναι ιδιαίτερα καλό παράδειγμα για τη θέση του οντολογικού αναγωγισμού που υποστηρίζεται εδώ. Ως θεωρητικό κατασκεύασμα, θεωρούμε ότι «ανάγεται» πλήρως σε ένα πιο μικροσκοπικό επίπεδο περιγραφής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στην πράξη υπολογίζει κανείς μια θερμοκρασία εξετάζοντας τα επιμέρους σωματίδια (μόρια) ενός αερίου. Ενδεχομένως να είναι αδύνατο, είτε για πρακτικούς λόγους είτε εξαιτίας κβαντικών ή άλλων εγγενών περιορισμών, να εκτελεστούν οι υπολογισμοί μετάβασης από το μικροσκοπικό επίπεδο στο μακροσκοπικό. Στην πράξη, στατιστικές ποσότητες όπως η θερμοκρασία αντιστοιχούν σε στατιστικές (άρα μακροσκοπικές) μετρήσεις και υπολογισμούς. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη θεμελιώδη αιτιότητα στο μικροσκοπικό επίπεδο, ούτε και την επί της αρχής μετάβαση μεταξύ των επιπέδων.[6] Ομοίως, μπορεί να είναι αδύνατο να υπολογιστούν με την απαραίτητη ακρίβεια όλες οι φυσικές παράμετροι που σχετίζονται με συγκεκριμένα ψυχικά φαινόμενα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι λόγος απόρριψης των νευρωνικών γεγονότων ως φορέων ή αιτίων του ψυχισμού. Η έννοια της ενέργειαςΜια από τις πιο χρήσιμες έννοιες στη φυσική είναι η ενέργεια.[7] Αναφέρεται ότι η συστηματική χρήση της ενέργειας στη λύση προβλημάτων συναντάται σε προχωρημένους φοιτητές και σε φυσικούς, αποτελώντας ένδειξη καλής φυσικής σκέψης. Για βασική έννοια στην πιο σκληρή φυσική επιστήμη, η ενέργεια είναι εξαιρετικά ακαθόριστη: το οντολογικό της στάτους είναι λιγότερο σαφές ακόμα και από τις πλέον νεφελώδεις θεωρητικές υποσωματιδιακές κατασκευές. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα αμιγώς θεωρητικό κατασκεύασμα, το οποίο, αντίθετα με τη θερμοκρασία, δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε στατιστική περιγραφή ούτε ανάγεται σε μικροσκοπικές (μη ενεργειακές) μεταβλητές. Όμως είναι ένα κατασκεύασμα με εξαιρετικές ιδιότητες γενίκευσης ακόμα και μεταξύ κλάδων της φυσικής. Έτσι, η οντολογική ανυποληψία δεν εμποδίζει κανένα φυσικό να τη χρησιμοποιεί ως βασική ποσότητα στους υπολογισμούς. Ενδεχομένως να γίνονται φυσικο-φιλοσοφικές συζητήσεις για το τι ακριβώς είναι ενέργεια, δε νομίζω όμως να αμφισβητεί κανείς τη φυσική της υπόσταση. Από τη μάλλον ακραία αυτή περίπτωση βλέπουμε ότι το να μην είμαστε σε θέση να χαρακτηρίσουμε την υφή μιας έννοιας δεν σημαίνει ούτε ότι η έννοια είναι «μη φυσική» (ή «μη υλική») ούτε ότι χρήζει κάποιας ιδιαίτερης μεταχείρισης και περιγραφής έξω από το σύνηθες πλαίσιο. Μια αισιόδοξη πρόβλεψη για τη φυσική υπόσταση[8] των ψυχικών φαινομένωνΤα ψυχικά φαινόμενα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα αιτιακά με το φυσικό σύστημα του εγκεφάλου. Παρότι δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως οι λεπτομέρειες από τη νευροεπιστημονική έρευνα, πιστεύω ότι εκλείπουν σταδιακά οι αμφιβολίες για την ύπαρξη της περιγραφικής σύνδεσης. Όμως ο φυσικός κόσμος είναι αιτιακά κλειστός (εκτός κι αν κάποια συνταρακτική ανακάλυψη στη φυσική ανατρέψει όλα τα μέχρι σήμερα παραδεκτά). Κανένα φυσικό φαινόμενο δεν επιδέχεται μη φυσική εξήγηση, και καμία αιτιακή αλυσίδα δεν καταλήγει έξω από το φυσικό κόσμο. Συνεπώς και τα ψυχικά φαινόμενα θα πρέπει να αναγνωριστούν ως έχοντα πλήρως φυσική υπόσταση. Δεν είναι αποδεκτή οποιαδήποτε εναλλακτική υπόθεση χωρίς πλήρη και σαφή απόδειξη για την ύπαρξη και τη φύση της υποτιθέμενης μη φυσικής υπόστασης. Η άγνοια και η έλλειψη κατανόησης δε συνιστούν ούτε απόδειξη αλλά ούτε καν ένδειξη.[9] Δεν υπάρχει καμία ιδιότητα των ψυχικών φαινομένων που να υποδεικνύει μη φυσική υπόσταση γι αυτά, ή έστω μια ειδική μεταχείριση, παρά μόνο η υποκειμενική αντίληψη της υποκειμενικότητας. Εδώ θα μπορούσε κανείς να σταματήσει τη συζήτηση χαρακτηρίζοντάς την αντιεπιστημονική, διότι η υποκειμενική (μη δημόσια) υποκειμενικότητα δεν είναι ελέγξιμη, άρα εκλείπει το θεμελιώδες τεκμήριο της αντικειμενικότητας στην παρατήρηση (ή έστω της διαπροσωπικής επαναληψιμότητας, ή διυποκειμενικότητας στην πιο σύγχρονη εκδοχή). Αυτό όμως θα ήταν απλώς αποφυγή του ερωτήματος και δεν θα έλυνε κανένα από τα προβλήματα που μας απασχολούν, όπως δεν τα λύνει και η αντίθετη στάση, η λήψη του ζητουμένου, που κρατούν ορισμένοι δυϊστές. Η πρότασή μου δεν είναι να σταματήσουμε τη συζήτηση επειδή είναι αντιεπιστημονική, αλλά να περιμένουμε μέχρις ότου η επιστήμη περιγράψει τα φαινόμενα και να δούμε τότε αν υπάρχει ακόμα ερώτηση. Πιστεύω δηλαδή ότι η ουσία του ζητήματος είναι η έλλειψη γνώσης που έχουμε και ότι η οριστική λύση θα προκύψει περίπου αυτόματα, ως αποτέλεσμα ερευνών σαν αυτές που ήδη γίνονται και άλλων που προς το παρόν ίσως δεν μπορούμε να φανταστούμε. Το αισιόδοξο σενάριο που προτείνω ολοκληρώνεται σε δύο βήματα: Πρώτο, κατανόηση του περιεχομένου της υποκειμενικότητας, με λεπτομερειακή περιγραφή (α) των σχέσεων μεταξύ ψυχικών φαινομένων και εγκεφαλικών γεγονότων και (β) της φυσιοκρατικής αιτιότητας στο επίπεδο του εγκεφάλου. Επίτευξη, δηλαδή, αναγωγής του περιεχομένου της υποκειμενικής εμπειρίας (όχι της υποκειμενικότητας της εμπειρίας) σε εγκεφαλικές διεργασίας. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει και ήδη γίνεται μέσα στους διάφορους κλάδους των νευροεπιστημών. Είναι νωρίς για να πούμε με βεβαιότητα αν τίθεται κάποιο επιστημολογικό όριο από την πολυπλοκότητα ή από άλλους περιορισμούς. Δεύτερο, κατανόηση του ίδιου του φαινομένου της υποκειμενικότητας, όχι σε φαινομενολογικό επίπεδο, αλλά αιτιακά, σε σχέση με την εγκεφαλική λειτουργία. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την περιγραφή των συνθηκών ανάδυσης της υποκειμενικής αίσθησης και τη σύνδεση των επιμέρους χαρακτηριστικών της υποκειμενικότητας καθεαυτής με συγκεκριμένες εγκεφαλικές διεργασίες. Η επίτευξη των στόχων αυτών θα καταστήσει άνευ σημασίας τις αναζητήσεις περί ψυχής, εφόσον τόσο τα δημόσια παρατηρήσιμα όσο και τα συστηματικά (σε διαπροσωπικό επίπεδο) φαινόμενα θα έχουν εξηγηθεί (με τη συνήθη αναγωγιστική οντολογική έννοια της εξήγησης που δίνει η μετα-θετικιστική φιλοσοφία της επιστήμης, αν καταλαβαίνω καλά). Ο «άφατος» χαρακτήρας της ψυχής θα πάψει να μας απασχολεί, όπως δεν μας απασχολούν οντολογικά η φλόγα, ο ήχος, η θερμοκρασία ή η ενέργεια, εφόσον θα έχουμε μια επί της αρχής κατανόηση των φαινομένων σε ένα συνεπές επεξηγηματικό πλαίσιο σύμφωνο με τις υπόλοιπες γνώσεις μας για το φυσικό κόσμο. [1] Η έλλειψη κατανόησης κάποιου φαινομένου δεν είναι για μένα σοβαρός λόγος να υποθέσουμε μη υλικές οντότητες. Αν ήταν, τίποτα δεν θα μας εμπόδιζε να αποδώσουμε στην υπερφυσική δύναμη της αρεσκείας μας όλα τα φυσικά φαινόμενα. Η οποιαδήποτε μη-υλική υπόθεση οφείλει να υποστηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία που να δικαιολογούν το εξαιρετικό της φύσης της, αλλιώς είναι μη-υπόθεση. Επειδή βρίσκω τη φυσική επιστήμη ως τώρα εξαιρετικά επιτυχημένη στην κατανόηση των φυσικών φαινομένων, η καταρχήν θέση για οποιοδήποτε φαινόμενο θα πρέπει να είναι ότι εμπίπτει και αυτό στη φυσική. Έτσι το αποδεικτικό βάρος θα πρέπει να πέφτει σε όποιον επιθυμεί να υποστηρίξει ότι υπάρχει κάποια εξαίρεση, και όχι σε όποιον επιθυμεί να ερευνήσει με τα συνήθη και γενικά πετυχημένα μέσα και μέτρα ένα φαινόμενο που δεν είναι ακόμα κατανοητό. [2] Δεν υπονοώ βεβαίως ότι κατανοώ όλες τις λεπτομέρειες που καθορίζουν τα επιμέρους χαρακτηριστικά κάθε φλόγας, ούτε καν ότι είναι αυτό ήδη καλά γνωστό στη φυσική επιστήμη. Η ακριβής ποσοτική περιγραφή δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ποιοτική κατανόηση ενός φαινομένου. Υπάρχουν πολλά σχετικά απλά ή και συνηθισμένα φαινόμενα (βαρυτική αλληλεπίδραση άνω των δύο σωμάτων, τυρβώδης ροή, τριβή, μη ελαστική κρούση, είναι μερικά από τα κλασικότερα) που η φυσική επιστήμη κατανοεί επί της αρχής αλλά δεν διαθέτει όλες τις γνώσεις ή τα τεχνικά μέσα για να χειριστεί ποσοτικά ή αναλυτικά. Αυτό δεν εγείρει αμφιβολίες ούτε για την υπόσταση των εννοιών ούτε και για την ισχύ της υπάρχουσας ατελούς περιγραφής. [3] Εννοώ ότι αλλιώς θα ακουστεί η ίδια ταλάντωση των μορίων του αέρα σε δύο άτομα με εντελώς διαφορετική μουσική κουλτούρα, και βέβαια αλλιώς θα ακουστεί σε έναν άνθρωπο και ένα άλλο ζώο με διαφορετικό αντιληπτό ηχητικό φάσμα και διαφορετική σχέση με το ακουστικό του περιβάλλον. Ο λόγος είναι ότι η εξάρτηση της ερμηνείας από τη νευρωνική επεξεργασία επιτρέπει σε αναπτυξιακές και μαθησιακές διαδικασίες να παίξουν σημαντικό ρόλο στο παραγόμενο αποτέλεσμα και, γιατί όχι, στο ποιον του αντιλήμματος. [4] Πρόκειται για μια σχετικά δημοφιλή, ίσως γενικά αποδεκτή, ιδιότητα που αποδίδεται στην ενσυνείδητη αντίληψη. Το επιχείρημα δεν βασίζεται στις λεπτομέρειές της, απλώς αναφέρεται για να τονίσει τη λειτουργική διαφορά μεταξύ της υποθετικής απρόσωπης «επεξεργασίας ερεθισμάτων» (που από την τεχνητή νοημοσύνη έχει μεταναστεύσει στην κλασική γνωστική ψυχολογία) και της πραγματικής ενσυνείδητης αντίληψης. [5] Καίρια αντιπαρατίθεται εδώ ο όρος «ιδιότητα» με την «οντότητα» για να γίνει σαφέστερο ότι μια λειτουργική φυσιοκρατική έννοια, μια θεωρητική κατασκευή, χωρίς υλική υπόσταση μπορεί κάλλιστα να διαδραματίζει σαφείς και κατανοητούς ρόλους στα φυσικά φαινόμενα. [6] Μια άλλη διευκρίνιση αφορά στην εννοιολογική αναγωγή, η οποία σαφώς δεν υποστηρίζεται από την παρούσα παρέμβαση. Συγκεκριμένα, σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των ψυχικών γεγονότων θα πρέπει ή θα μπορούν να αναχθούν σε αντίστοιχες έννοιες (ή σύνολα γεγονότων) στο νευρωνικό επίπεδο. Η σχέση μεταξύ των επιπέδων μπορεί να είναι εξαιρετικά περίπλοκη και αδιαφανής, και θεωρώ εξαιρετικά πιθανό ότι θα είναι πράγματι τέτοια. Αυτό δεν επηρεάζει σε τίποτα την παραδοχή ότι θα υπάρξει κάποια περιγραφή και κάποιο σύστημα αντιστοίχισης που θα καθιστά προφανές πώς τα νευρωνικά γεγονότα σχετίζονται με τα ψυχικά, ακόμα κι αν η περιγραφή παραμένει ποιοτική ή ατελής στις λεπτομέρειες. [7] Αναφέρομαι αποκλειστικά στη φυσική επιστήμη και όχι στις ποικίλες «new age» δοξασίες που χρησιμοποιούν συστηματικά νεφελώδεις ορολογίες με ακαθόριστες «ενέργειες» που ρέουν, απορρέουν, φωτίζουν, ενδυναμώνουν, θεραπεύουν, καθοδηγούν κλπ. [8] Η κάπως χαλαρή χρήση των όρων «φυσική» και «υλική», με αναφορά στην υπόσταση, υπαγορεύεται από τη συχνή σύγχυση, στην κοινή ομιλία, του «υλικού» με το «απτό», ενώ στη συζήτησή μας προφανώς «υλικό» είναι ό,τι υπάρχει στο σύμπαν και υπόκειται στους φυσικούς νόμους, δηλαδή τους νόμους της φυσικής (υποθέτοντας ότι αυτοί είναι σε γενικές γραμμές σωστοί). Έτσι συχνά αποφεύγω τον όρο «υλικό» και χρησιμοποιώ τον όρο «φυσικό» εννοώντας πάντα τη μία και μοναδική υπόσταση που μπορεί να υπάρχει στα πλαίσια του μονισμού. [9] Επίσης η άγνοια δεν είναι καλός σύμβουλος στην προσπάθεια εξήγησης. Δεν λείπουν οι απόπειρες απόδοσης των ψυχικών φαινομένων σε εξωτικές φυσικές ιδιότητες (ή υποθέσεις), με βάση μόνο ότι και τα ίδια είναι μάλλον «εξωτικά» για τα μέτρα του φυσικού κόσμου. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η απόπειρα σύνδεσης της συνείδησης με κβαντικά φαινόμενα και τους μικροσωληνίσκους των νευρώνων, με μόνο πραγματικό συνδετικό στοιχείο ότι η συνείδηση είναι εξίσου ακατανόητη (ή άγνωστης χρησιμότητας) με αυτά. |
|
[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]