[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]

ΠΡΩΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ Στέλιος Κερασίδης,

Φυσικός

∆ιδακτωρ τµήµατος Ιατρικης του Πανεπιστηµίου Κρήτης

Αποτελεί µια καθολική πραγµατικότητα του κόσµου στον οποίο βρισκόµαστε η µετατροπή ενός πράγµατος σε κάτι άλλο. Όπως της κίνησης της χορδής της λύρας σε µουσική, που αναφέρθηκε από το εισαγωγικό σηµείωµα. Κι ίσως ακόµα πριν, της πρόθεσης του λυράρη για µουσική, της κίνησης των δακτύλων του κλπ. Αν δεχτούµε πως η παρουσιαζόµενη σε µας πολυµορφία του κόσµου προέρχεται από τη συνάρθρωση λίγων πραγµάτων, των στοιχειωδών σωµατίων της ύλης που αλληλεπιδρούν µεταξύ τους µε 3-4 µόνο τρόπους, τις γνωστές δυνάµεις της φύσης, τότε δεν µπορεί παρά να δεχτούµε σαν απολύτως επιβεβληµένη την πραγµατικότητα της µετατροπής ενός πράγµατος σε κάτι άλλο. Επειδή είναι δύσκολο να ορίσουµε τι είναι το "ένα" πράγµα και τι είναι το "άλλο", (δεν έχω βρει κανέναν ορισµό για την "ποιότητα" που να αντέχει σε στοιχειώδη κριτική), θα µπορούσαµε να εννοούµε απλά σαν "άλλα" τα φαινόµενα στα οποία δεν φαίνεται να ισχύουν οι ίδιοι νόµοι. Κι είναι πράγµατι εν πολλοίς άλλο πράγµα η µουσική από την ταλάντωση των χορδών της λύρας ή από την κίνηση του χεριού και των δακτύλων που την παράγουν, εφόσον το παίξιµο του "Ερωτόκριτου" ή του "Προµηθέα" διέπεται από άλλους κανόνες από τους φυσικούς νόµους της ταλάντωσης µιας χορδής τη παρουσία αντηχείου και τη βοηθεία δοξαριού.

Μια δεύτερη µατιά στο θέµα µας δείχνει πως καθοριστικής σηµασίας ζήτηµα είναι ποιος ορίζει τι είναι το "ένα" και το "άλλο". ∆εν θα ασχοληθώ µε το προφανές πως άνθρωποι διαφορετικών εποχών και πολιτισµών ή τα κοριτσάκια στην Ινδία που µεγάλωσαν µε τους λύκους θα είχαν τελείως διαφορετική ταξινόµηση. Πως ακόµα τα πράγµατα µπορεί να είναι παρόµοια είτε διαφορετικά ανάλογα µε τα κριτήρια µε τα οποία εξετάζονται. Τελικά, σαν ύλη και κίνηση θα µπορούσαµε να θεωρήσουµε τα περισσότερα πράγµατα γύρω µας ενώ ακόµα και δυο φωτόνια µπορούν να θεωρηθούν διαφορετικά σε σχέση π.χ. µε την πόλωση, τη συχνότητα και την ενέργεια τους ή ακόµα και την πηγή παραγωγής τους. Αυτά θα τα θεωρήσω λίγο ως πολύ δεδοµένα, η ανάπτυξή τους εξάλλου εδώ δεν συµφέρει καθόλου γιατί θα απαιτούσε ιδιαίτερη έκταση και κόπο.

Οι παραπάνω επί τροχάδην αναφορές, έγιναν µόνο για να πούµε πως κατ' αρχήν θα πρέπει να θεωρηθεί µάλλον αναµενόµενο και εύλογο τα ψυχικά ή νοητικά ή πνευµατικά φαινόµενα να παράγονται από κάποια άλλα, διαφορετικά από αυτά (που διέπονται δηλαδή από άλλους νόµους), αν η µετατροπή ενός πράγµατος σε κάτι άλλο είναι ένας τόσο γενικός κανόνας της πραγµατικότητας. Τα άλλα φαινόµενα που σήµερα θεωρείται πως παράγουν τα ψυχονοητικά είναι οι νευρωνικές διεργασίες που λαµβάνουν χώρα στον εγκέφαλο.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο εισαγωγικό σηµείωµα, δύσκολα µπορεί στις µέρες µας να αµφισβητηθεί πως τα νευρωνικά δρώµενα αποτελούν τουλάχιστον την αναγκαία συνθήκη για την εµφάνιση των ψυχονοητικών, κι εφόσον δεν τίθεται ως θέµα συζήτησης εξ' αρχής, δικαιολογηµένα και κατά τη δική µου γνώµη, δεν υπάρχει λόγος να αναπτυχθούν επιχειρήµατα επ' αυτού. Έχει τεθεί ωστόσο υπό αµφισβήτηση το κατά πόσο τα νευρωνικά δρώµενα είναι και ικανή επίσης συνθήκη για την παραγωγή των ψυχονοητικών φαινοµένων. Η άποψη, την οποία θα προσπαθήσω να αναπτύξω στη συνέχεια, έχει εν συντοµία ως εξής: δεν µπορώ καθόλου να αποκλείσω τα νευρωνικά φαινόµενα να είναι ικανά να παράγουν τα ψυχονοητικά. Υπάρχουν πολλές υποστηρικτικές ενδείξεις γι αυτό και προσωπικά πιστεύω πως πράγµατι είναι έτσι. Ωστόσο δεν προτίθεµαι να ασχοληθώ µε τις ενδείξεις αυτές, αφ' ενός γιατί είναι µάλλον σε όλους γνωστές, αφ' ετέρου γιατί θέλω στο περιορισµένο αυτό σηµείωµα να ασχοληθώ µε µια µόνο διάσταση του θέµατος, που είναι: Αν τα νευρωνικά φαινόµενα είναι εκείνα που παράγουν τα ψυχονοητικά, αυτό γίνεται µε τρόπο που δεν µπορεί να γίνει κατανοητός µε τα έως τώρα δεδοµένα. ∆εν µπορώ να κρίνω αν είµαστε ανίκανοι να καταλάβουµε τι συµβαίνει (όπως ο σκύλος την τετραγωνική ρίζα ενός αριθµού), είτε αν µας λείπουν πράγµατα σήµερα που θα καταλάβουµε αύριο, ωστόσο νοµίζω πως µπορώ να αρθρώσω µερικά επιχειρήµατα ενάντια στην άποψη που λέει πως ξέρουµε όλα τα ουσιώδη και µας λείπουν µόνο περισσότερα δεδοµένα, καλύτερα µοντέλα και υπολογισµοί. Μια άποψη δηλαδή που εκφράζει πολλούς σύγχρονους ερευνητές, όπως ο Ζαν ΠιερΣανζέ ή ο Αντώνης Μοσχοβάκης.

Τι νόηµα όµως µπορεί να έχει η ανάπτυξη επιχειρηµάτων αυτού του είδους; Οµολογώ πως προβληµατίζοµαι µήπως δεν είναι παρά άρνηση που ενώ δεν µπορεί να υποδείξει τι λείπει, γκρινιάζει και ως προς τους ανθρώπους που, πιστεύοντας πως µπορούν, µοχθούν να αποκαλύψουν πώς δουλεύει το σύστηµα. Από την άλλη πάλι σκέφτοµαι πως ίσως είναι ωφέλιµο να πεις σε κάποιον τις υποψίες σου πως αυτό που ζητά δεν βρίσκεται κάτω από το φανάρι, όπου ψάχνει, παρ' ότι εκεί φωτίζεται ο δρόµος, αλλά κάπου πέρα, στα σκοτεινά, έστω κι αν δεν µπορείς καθόλου να βεβαιώσεις πως το ζητούµενο µπορεί τελικά να βρεθεί.

Έστω ότι οι νευρωνικές διεργασίες στον εγκέφαλό µου γίνονται η σκέψη που διατυπώνεται τώρα γραπτά. Προφανώς αυτή τη διάσταση της λειτουργίας του εγκεφάλου µου την αντιλαµβάνοµαι µόνο εγώ. Όλα όσα µεταδίδουµε επικοινωνώντας µε άλλους είναι προϊόντα µετατροπών των σκέψεων σε κάτι άλλο:  ηχητικά κύµατα που παράγουµε  στη φωνητική κοιλότητα, µελάνι σε χαρτί ή φωτοσκιάσεις στην οθόνη υπολογιστή. Ο καθένας από εµάς είναι ο αποκλειστικός παρατηρητής που µπορεί να αντιληφθεί τη σκέψη του, ενώ έχει πλήρη αδυναµία να κάνει το ίδιο για τη σκέψη οποιουδήποτε άλλου.

Ποια είναι όµως η ιδιαιτερότητα του ατόµου και µπορεί και αντιλαµβάνεται τη σκέψη του; Σκεπτόµενος τη στιγµή τούτη, δεν βλέπω κινήσεις ιόντων, δεν βιώνω δυναµικά ενέργειας, δεν νιώθω νευρώνες να ενεργοποιούνται ή να αδρανούν, δεν αντιλαµβάνοµαι συνάψεις όπου κυστίδια µε κάποιο υλικό αδειάζουν το περιεχόµενό τους το οποίο συλλαµβάνεται από ειδικούς υποδοχείς στην αντίπερα όχθη. Αν αυτού του είδους τα δρώµενα παράγουν τη σκέψη µου, αυτά µετατρέπονται σε κάτι άλλο για να τα αντιληφθώ εγώ και µόνο εγώ σαν τη σκέψη µου. Και γίνονται κάτι άλλο µόνο για µένα. Για κάθε άλλον παρατηρητή παραµένουν ως έχουν και µπορεί να τα καταγράψει τινι τρόπο (που βελτιώνεται διαρκώς) µόνο ως τέτοια-δηλαδή νευρωνικά- κι όχι ως σκέψη. Σε αυτή την παρατήρηση της νευρωνικής δραστηριότητας του εγκεφάλου µου είναι δυνατόν να µετέχω κι εγώ, βλέποντας π.χ. στις οθόνες των απεικονιστικών διατάξεων του Ανδρέα, ό,τι ακριβώς βλέπει κι εκείνος. Ο Ανδρέας ωστόσο δεν έχει πρόσβαση στην υποκειµενική µου εµπειρία, όσο κι εγώ στη δική του, µε κανένα τρόπο. Επιγραµµατικά: το υποκείµενο δεν αντιλαµβάνεται τα νευρωνικά δρώµενα, τα οποία έχουµε υποθέσει πως παράγουν τα ψυχονοητικά, βιώνοντας µόνο τα τελευταία, µπορεί ωστόσο να αποκτήσει πρόσβαση, ακριβώς όπως κι ο εξωτερικός παρατηρητής στα νευρωνικά, ενώ ο εξωτερικός παρατηρητής δεν έχει κανένα τρόπο µε τον οποίο να µπορεί να αντιληφθεί τα ψυχικά δρώµενα του παρατηρούµενου υποκειµένου. Εποµένως, το υποκείµενο µπορεί να µεταβληθεί σε εξωτερικό παρατηρητή για τις ίδιες του τις νευρωνικές διεργασίες, που σηµαίνει πως όχι µόνο δεν του αποκλείεται η πρόσβαση σε αυτές, αλλά πως στην ουσία, το αποτέλεσµα των νευρωνικών διεργασιών-η σκέψη του καθίσταται εξωτερικός παρατηρητής προς ό,τι συµβαίνει στον εγκέφαλό του, παρότι η δηµιουργία αυτής της σκέψης ήταν εσωτερική-άγνωστη διαδικασία. Σαν υποκείµενα λοιπόν βιώνουµε τα ψυχονοητικά δρώµενα και σαν εξωτερικοί παρατηρητές µπορούµε να παρατηρήσουµε µόνο τις νευρωνικές διεργασίες. Η σκέψη, άµα τη συλλήψει της, καθίσταται εξωτερικός παρατηρητής προς τον εαυτό της. Μετατρεπόµενη σε κάτι άλλο, δεν αποκτά την ικανότητα της επίγνωσης των διεργασιών που την παράγουν. 

Γιατί όµως τα ψυχονοητικά φαινόµενα δεν υπάρχουν παρά µόνο για το υποκείµενο; Σκεφτόµενοι µε όρους φυσικής, θυµόµαστε πως οι παρατηρητές µπορεί να έχουν διαφορετική άποψη για ένα σύστηµα που παρατηρούν, λόγω της διαφορετικής κίνησης ή θέσης τους. Για όσους είµαστε πάνω στη γη, αυτή είναι ακίνητη, επειδή µετέχουµε στην κίνησή της, αλλά ο κοσµοναύτης µπορεί να τη δει να κινείται. Ο χρόνος κυλάει διαφορετικά για τον κινούµενο µε σχετικιστικές ταχύτητες παρατηρητή. Το σπίτι είναι τελείως άλλο πράγµα όταν είσαι εντός ή εκτός του. Μήπως πράγµατι µια διαφορά τόσο απλή όσο να είναι κανείς µέσα σε ή έξω από ένα σπίτι µπορεί να κάνει αγεφύρωτα διαφορετική την περιγραφή αν οι δύο παρατηρητές δεν έχουν ο µεν πρώτος τη δυνατότητα να βγει από το σπίτι, ο δε δεύτερος να µπει σε αυτό; Και στην περίπτωση που διαπραγµατευόµαστε µήπως οι διαφορές προκύπτουν από κάτι τόσο απλό όσο ότι το υποκείµενο είναιέσα" και ο παρατηρητήςέξω από το νευρικό σύστηµα;  

Από τη φυσική πάλι ξέρουµε πως όλες οι διαφορές παρατήρησης µπορούν να παρακαµφθούν αν ο παρατηρητής µπορεί να αλλάξει αρκούντως θέση ή κίνηση. Όταν κάποιος δεν µπορεί να µπει σε ένα σπίτι, µπορεί να αποκτήσει µια έστω αµυδρή άποψη για το εσωτερικό του από ένα παράθυρο, την κλειδαρότρυπα, την καµινάδα, µια οποιαδήποτε χαραµάδα. Κι αν ακόµα είναι απόλυτα κλειστό, αν έχει τόσο σηµασία να δει, θα του έκανε κανείς µια τρύπα. Αν οι διαφορές των παρατηρητών προέρχονταναπό µια πραγµατικότητα ανάλογη µε το να είναι ο ένας µέσα κι ο άλλος έξω από ένα ερµητικά κλειστό χώρο, τότε δεν θα έπρεπε το υποκείµενο να µπορεί να παρατηρεί τα νευρωνικά φαινόµενα, που λαµβάνουν χώρα στον εγκέφαλό του, µε τον ίδιο τρόπο που τα παρατηρεί ο εξωτερικός παρατηρητής. Συνεχίζοντας δηλαδή τον παραλληλισµό, είναι σα να λέµε πως αυτός από µέσα µπορεί να βγαίνει κι έξω, όταν µάλιστα κοιτάζει το εσωτερικό του σπιτιού από τα παράθυρα, βλέπει ό,τι κι ο άλλος-ο εξωτερικός παρατηρητής. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή οι παρατηρήσεις των δύο παρατηρητών ταυτίζονται ως προς τα νευρωνικά δρώµενα, υποδεικνύει πως οι διαφορές τους ως προς τα ψυχονοητικά δρώµενα δεν προκύπτουν από τόσο κάτι απλό, όπως οι διαφορές στη θέση ή την κίνηση των παρατηρητών σε σχέση µε το υπό παρατήρηση σύστηµα, που έχουµε υποθέσει πως είναι ο εγκέφαλος- παραγωγός τόσο των νευρωνικών όσο και των ψυχονοητικών φαινοµένων. Το ότι το πράγµα δεν είναι τόσο απλό µπορεί να το υποθέσει κανείς και από το ότι στην περίπτωση της παρατήρησης της λειτουργίας του εγκεφάλου έχουν γίνει τόσες προσπάθειες, τόσων επιστηµόνων και µε τόσες διαφορετικές τεχνικές, οι οποίες είχαν σηµαντικό αποτέλεσµα στην καταγραφή και στον προσδιορισµό των νευρωνικών δρώµενων και καµιά των ψυχονοητικών.

Παραµένοντας στον προσδιορισµό των διαφορών που σηµειώνουν υποκείµενο και εξωτερικός παρατηρητής, διαπιστώνουµε πως είναι ακριβέστερο να µιλάµε για µια κατάσταση κατά την οποία κάτι που υπάρχει για έναν παρατηρητή είναι ανύπαρκτο για τον άλλο, παρά για διαφορετικές παρατηρήσεις του ίδιου φαινοµένου, εφ' όσον τα ψυχονοητικά φαινόµενα που βιώνει το υποκείµενο δεν υπάρχουν καν για τον εξωτερικό παρατηρητή. Πώς θα µπορούσε άραγε να συµβαίνει κάτι τέτοιο από φυσικής σκοπιάς; 

Η µοναδική περίπτωση που µπορούµε να διανοηθούµε είναι τονα είναι οι παρατηρητές διαφορετικής τάξης µεγέθους, ο ένας µικροκοσµικός και ο άλλος µακροκοσµικός. Για το µικροκοσµικό παρατηρητή, για παράδειγµα, δεν υπάρχει το ζεστό και το κρύο. Αυτός προσδιορίζει µόνο γρηγορότερα ή βραδύτερα κινούµενα σωµατίδια κι η έννοια της θερµοκρασίας δεν έχει κανένα νόηµα. Για τον µικροκοσµικό παρατηρητή δεν θα υπάρχουν καν διαφορετικά στοιχεία είτε οι καταστάσεις της ύλης στερεό, υγρό,