ΠΡΩΤΟΛΟΓΙΑ (Ηλίας Κούβελας) -- First Response (Elias Kouvelas) ΠΡΩΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ηλίας Δ. Κούβελας
1. Θα προσπαθήσω να αρχίσω την απάντησή μου στο ερώτημα του Ανδρέα
Παπανικολάου με ένα επίσης πολύ σχετικό ερώτημα που το αντιγράφω απο τον
John
Searle:
“Το σπουδαιότερο πρόβλημα σήμερα είναι το εξής: Διαθέτουμε μιάν ορισμένη
εικόνα του εαυτού μας ως ανθρώπινου όντος, που μας την δίνει η κοινή
λογική και η οποία πολύ δύσκολα εναρμονίζεται με την ολική επιστημονική
αντίληψη για τον φυσικό κόσμο. Θεωρούμε ότι ο εαυτός μας είναι
ενσυνείδητος, ελεύθερος, νοήμων και έλλογος
φορέας, σε έναν κόσμο που η επιστήμη μας λέει ότι συγκροτείται
ολοκληρωτικά απο άνοα, χωρίς νόημα φυσικά σωματίδια. Λοιπόν, πώς
μπορούμε να ταιριάξουμε αυτές τις δύο αντιλήψεις; Παραδείγματος χάριν,
πώς είναι δυνατόν ο κόσμος να περιέχει μόνον μη συνειδητά φυσικά
σωματίδια και όμως να περιέχει και συνείδηση; Πώς μπορεί ένα
μηχανιστικό σύμπαν να περιέχει ανθρώπινα όντα που μπορούν να παραστήσουν
νοητικά τον κόσμο τους; Εν ολίγοις, πώς μπορεί ο ουσιαστικά άνευ
νοήματος κόσμος να περιέχει νοήματα;» Με άλλα λόγια, ποιά είναι η σχέση
του νού του ανθρώπου με το υπόλοιπο σύμπαν;
Είναι εύκολο, συνεχίζει ο
John
Searle,
να φανταστούμε ένα σύμπαν χωρίς συνείδηση, αλλά όταν το κάνουμε,
βλέπουμε ότι φανταζόμαστε ένα σύμπαν που στ΄αλήθεια δεν έχει νόημα.
Αποψη που θα μπορούσε να αποτελέσει, κατά την γνώμη μου,μιά ακόμη
παραλλαγή της ανθρωπικής αρχής, μιά ακραία μορφή της οποίας υποστηρίζει
ότι το σύμπαν έπρεπε να δημιουργήσει τον άνθρωπο για να υπάρξει τό ίδιο.
Το σύμπαν για να είναι πραγματικό πρέπει να εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο,
ώστε να υπάρξουν οι παρατηρητές του. «Ο παρατηρητής» λέει ο
J.
Wheeler
“είναι τόσο απαραίτητος για την δημιουργία του Σύμπαντος όσο και τό
Σύμπαν για την δημιουργία του παρατηρητή» Απο μιά τέτοια μεταφυσική
άποψη προτιμώ αυτή του Στέφανου Τραχανά, σύμφωνα με την οποία «όλοι οι
φυσικοί νόμοι, χωρίς εξαίρεση, είναι βιολογικά αναγκαίοι. Κανένας δεν
είναι βιολογικά περιττός. Όλοι επιτελούν μιά βιολογική ζωτική
λειτουργία» Φέρνω ένα παράδειγμα, όπως ακριβώς το περιγράφει ο Γιώργος
Γραμματικάκης. «Αν η ενταση της ηλεκτρομαγνητικής δυνάμεως ήταν
μικρότερη, ο σχηματισμός ατόμων ή μορίων θα ήταν αδύνατος.
Διότι η ηλεκτρομαγνητική δύναμη είναι που συγκρατεί τα ηλεκτρόνια σε
τροχιές γύρω απο τον πυρήνα και είναι αυτή που επιτρέπει, με κατάλληλους
δεσμούς, τον σχηματισμό μορίων. Τότε το Σύμπαν θα ήταν εξαιρετικά απλό:
Με ηλεκτρόνια μόνον και πυρήνες, χωρίς πολύπλοκα οργανικά μόρια, και
συνεπώς χωρίς ζωή. Ισχυρότερες ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, θα σήμαιναν
αντίθετα, παντοτινή δέσμευση των ηλεκτρονίων απο τους πυρήνες και
αδυναμία χημικών αντιδράσεων. Αρα το σύμπαν στο οποίο ζούμε διέπεται απο
τους αναγκαίους φυσικούς νόμους για την ύπαρξη ζωής» . Αν λοιπόν
η συνείδηση δεν είναι κάτι που βρίσκεται έξω απο τον φυσικό κόσμο αλλά
αποτελεί μέρος της βιολογικής ζωής, τότε θα μπορούσε να πεί κανείς ότι η
συνείδηση είναι ιδιότητα ή χαρακτηριστικό του σύμπαντος στο οποίο ζούμε,
η οποία εκφράζεται με τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Ή, για να πλησιάσω
πιό κοντά στο θέμα, θα έλεγα ότι η συνείδηση είναι ιδιότητα ή
χαρακτηριστικό του εγκεφάλου προσθέτοντας έτσι μία ακόμη διατύπωση στις
όσες ο Ανδρέας Παπανικολάου έχει διατυπώσει (η συνείδηση απορρέει απο
τον εγκέφαλο, ο εγκέφαλος παράγει συνείδηση, ο εγκέφαλος αναγκαία και
ικανή συνθήκη κ.λ.π). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσω αυτό που ο
John
Searle
υποστηρίζει: ότι μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα και το ό,τι η νοητική
μας ζωή έχει ως αίτιο τις εγκεφαλικές λειτουργίες, και το ό,τι τα
νοητικά φαινόμενα είναι χαρακτηριστικά του εγκεφάλου. Στην ερώτηση δε
«πώς μπορεί ο εγκέφαλος να είναι το αίτιο του νού και ταυτόχρονα ο νούς
να είναι χαρακτηριστικό του εγκεφάλου», ο
John
Searle
απαντά ότι στην βάση αυτής της απορίας βρίσκεται μια παρανόηση της
αιτιακής σχέσης. Μπαίνουμε, λέει, στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι όταν το
Α είναι το αίτιο του Β, τότε υπάρχουν δύο διακριτά γεγονότα, που τό ένα
αναγνωρίζεται, ως αίτιο και το άλλο ως αποτέλεσμα. Ότι δηλαδή
κάθε αιτιακή σχέση λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που οι μπάλες του
μπιλιάρδου χτυπούν η μία την άλλη. Για τις αιτιακές σχέσεις, όμως,
εγκεφάλου-νού πρέπει να θεωρήσουμε μιά πιό σύνθετη έννοια αιτιακής
σχέσης.
2.Οποιαδήποτε λοιπόν διατύπωση ή συνδυασμό διατυπώσεων πάρουμε, το
ερώτημα του Ανδρέα Παπανικολάου παραμένει και για να απαντηθεί
χρειάζεται, κατά την γνώμη μου, να υπάρξουν ορισμένες διευκρινήσεις –
παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά τους συνομιλούντες. Η μιά πλευρά είμαστε
εμείς, δηλαδή, υποθέτω, οι μονιστές, που υποστηρίζουμε ότι η
συνείδηση δεν είναι κάτι το μυστηριώδες που βρίσκεται έξω απο τον φυσικό
κόσμο, αλλά έχει να κάνει με τις λειτουργίες αυτής της περίεργης μαλακής
μάζας που λέγεται εγκέφαλος. Η άλλη πλευρά δεν μπορεί κατά την γνώμη μου
να είναι ένας λογικός και καλοπροαίρετος άνθρωπος, αλλά ένας
καλοπροαίρετος σύγχρονος δυιστής. Τονίζω το σύγχρονος
για να τον διαχωρίσω απο τον Καρτεσιανό δυισμό. Διότι ο Καρτέσιος
αναζητούσε τη σύνδεση του νού με το σώμα μέσω της επίφυσης και στις «Σκέψεις
περί της πρώτης φιλοσοφίας» είχε γράψει «Δεν βρίσκομαι απλώς στο
σώμα μου, όπως ο ναύτης στο πλοίο. Είμαι πολύ στενά δεμένος μαζί του,
συμμεμιγμένος με αυτό». Αντίθετα ο σύγχρονος δυιστής πιστεύει ειλικρινά
ότι «το σύμπαν αποτελείται 100% απο ύλη και 100% απο μή ύλη» και άρα η
συνείδηση είναι στοιχείο του μη υλικού σύμπαντος. Η δεύτερη παρατήρηση
αφορά στο τί εννοούμε με τον όρο συνείδηση. Διότι όπως λέει και ο
David
Chalmers
(1995) οι διάφοροι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο συνείδηση (consciousness)
με διάφορους τρόπους ή, συμπληρώνω εγώ, μεταβαίνουν συνειδητά ή
ασυνείδητα απο τον όρο «conciousness”
στον όρο “awareness”
(πώς θα το μετέφραζε στα ελληνικά η Μαρία Δεληγιάννη «επίγνωση»;)- που
δεν νομίζω ότι είναι όροι ταυτόσημοι- και πάλι πίσω, με μεγάλη ευκολία.
Πράγματι στην συνείδηση εμπεριέχονται οι διαδικασίες μέσω των οποίων το
άτομο αντιλαμβάνεται και διαφοροποιεί τα αισθητηριακά ερεθίσματα και
αντιδρά με τον κατάλληλο τρόπο σε αυτά. Στη συνείδηση εμπεριέχονται οι
λειτουργίες με τις οποίες το άτομο ολοκληρώνει πληροφορίες απο διάφορες
πηγές προκειμένου να ρυθμίσει την συμπεριφορά του. Με άλλα λόγια στην
συνείδηση εντάσσεται η κατάσταση του να έχει κανείς επίγνωση (being
aware)
των πραγμάτων μέσα στον κόσμο, να έχει νοητικές εικόνες επι του
παρόντος. Πρόκειται για την κατάσταση που ο
Gerald
Edelman
ονομάζει «πρωτογενή συνείδηση». Συχνά λοιπόν βρισκόμαστε ενώπιον
κειμένων τα οποία αρχίζουν με την πρόταση ότι θα διαπραγματευθούν τα
προβλήματα της συνείδησης (consciousness),
ακολούθως ασχολούνται με πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες που αφορούν τους
μηχανισμούς επίγνωσης (awareness)
και ερμηνείας του κόσμου και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι με την
συνέχιση αυτού του είδους των μελετών και την βοήθεια των καλύτερων ίσως
υπολογιστών θα φτάσουμε να κατανοήσουμε το «κεντρικό μυστήριο της
ανθρώπινης ζωής» την συνείδηση «consciousness»
(βλέπε π.χ.
F.
Crick
και
C.
Koch
Scientific
American
special
issue
on
Mysteries
of
the
Mind,
1997). Κλείνοντας, λοιπόν το δεύτερο μέρος της απάντησης θα έλεγα ότι
πράγματι υπάρχουν μιά σειρά δεδομένα, τα οποία προέρχονται απο σύγχρονες
ή παλαιότερες νευροεπιστημονικές έρευνες που μπορούν κατά την γνώμη μου
να πείσουν ακόμη και έναν καλόπιστο σύγχρονο δυιστή ότι αυτό που χάριν
συντομίας θα ονομάσω «πρωτογενή συνείδηση» έχει να κάνει με τις
λειτουργίες του εγκεφάλου (συγγνώμη, Ανδρέα, για τόν όρο έχει να
κάνει). Στα δεδομένα αυτά θα περιλάμβανα τα όσα αναφέρει η Ειρήνη
Σκαλιώρα στην δική της απάντηση,
blindsight,
σύνδρομο άγνοιας (neglect),
διόφθαλμος ανταγωνισμός (binocular
rivalry)]
αλλά και πολλά άλλα. Παραδείγματος χάριν θα περιλάμβανα τις παλαιότερες
μελέτες των
W.
Penfield
και
H.
Jasper,
τις κλασσικές μελέτες στο οπτικό σύστημα των
T.
Wiesel,
D.
Hubel
και τις ψυχοφυσιολογικές μελέτες του
S.
Ζeki
και του
W.
Singer,
ή τις μελέτες του
V.
Ramachandran
για την οπτική παραίσθηση (optical
illusion),
τις μελέτες των
Sperry
και
Kazaniga
στους ασθενείς που έχει γίνει διατομή του μεσολοβείου (split
brain)
και πολλές άλλες.
3. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος δεν είναι η «πρωτογενής
συνείδηση» αλλά η «συνείδηση ανώτερης τάξης» (δανείζομαι τον όρο πάλι
απο τον
G.
Edelman)
δηλαδή «η συνείδηση ότι έχεις συνείδηση». Υποψιάζομαι λοιπόν ότι για
τις απόψεις μας για την σχέση του εγκεφάλου, με αυτό το επίπεδο της
συνείδησης, ισχύουν τα όσα γράφει η Ειρήνη Σκαλιώρα. Οτι, δεν
στηρίζονται, δηλαδή, σε σκληρά λογικά επιχειρήματα ή δεδομένα που
προέρχονται απο τον χώρο των νευροεπιστημών ή άλλο επιστημονικό χώρο
αλλά πηγάζουν απο μιά σειρά απο κοσμοαντιλήψεις που έχει ο καθένας απο
εμάς. Πιθανώς, μιά τέτοια κατάσταση δεν αφορά μόνο τις απόψεις μας για
την συνείδηση, αλλά και άλλα αντικείμενα η επιστημονική μελέτη των
οποίων, τουλάχιστον ως τώρα, είναι μία εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία.
Εβλεπα π.χ. πρίν απο λίγο καιρό αυτό το κατά την γνώμη μου όχι και τόσο
καλό φίλμ “A
beautiful
mind”.
Κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής (νομπελίστας μαθηματικός) ζητάει απο την
κατόπιν γυναίκα του αποδείξεις για τον ερωτά της. Αυτή του απαντάει αν
πιστεύει ότι το σύμπαν είναι άπειρο. Και στην καταφατική του απάντηση
τον ρωτάει αν έχει αποδείξεις, γι αυτό. Και αυτός απαντάει ότι δεν έχει
μεν αποδείξεις αλλά ετσι πιστεύει.
Να γυρίσω όμως στη συνείδηση. Κατά
Edelman
η συνείδηση ανώτερης τάξης περιλαμβάνει την αναγνώριση απο ένα
σκεπτόμενο υποκείμενο των πράξεών ή των συναισθημάτων του. Ενσαρκώνει
ένα μοντέλο της προσωπικότητας, του παρελθόντος, του μέλλοντος καθώς και
του παρόντος. Ο
Antonio
Damasio
(Scientific
American,
Δεκέμβριος 1999) υποστηρίζει ότι η βιολογική θεμελίωση της αίσθησης του
εαυτού βρίσκεται σ΄εκείνες τις εγκεφαλικές δομές ή στρατηγικές (devices),
οι οποίες απεικονίζουν λεπτό προς λεπτό την συνέχεια του οργανισμού.
Υποστηρίζει ότι η επίγνωση του εαυτού είναι στην πραγματικότητα μέρος
ενός κινηματογραφικού έργου όπου μέσα στο ίδιο πλαίσιο συνυπάρχουν ό,τι
βλέπουμε (seen)
ό,τι προβλέπουμε (seer),
η «σκέψη» και ο «σκεπτόμενος».
Κατά τον
Edelman
για την απόκτηση συνείδησης ανώτερης τάξης απαιτείται η διαμόρφωση ενός
«κοινωνικού εγώ» που επιτυγχάνεται με την μακροπρόθεσμη αποθήκευση
(μνημοποίηση) συμβολικών σχέσεων, που έχουν αποκτηθεί μέσω
αλληλεπιδράσεων με άλλα άτομα του ίδιου είδους. Τούτη η διαδικασία
βασίζεται στην εμφάνιση της γλώσσας μέσα σε μιά γλωσσική κοινότητα. Ετσι
αν κανείς συγκρίνει τις εγκεφαλικές περιοχές που συμμετέχουν στην
“πρωτογενή” και στην “συνείδηση ανώτερης τάξης” (Εικόνες 11-1 και 12-4
Αιθέρας Θεϊκός Λαμπρή Φωτιά) θα διαπιστώσει ότι οι μόνες νέες περιοχές
που προστίθενται στο μοντέλο της συνείδησης ανώτερης τάξης είναι οι
γλωσσικές περιοχές
Broca
και
Wernicke,
οι οποίες συμμετέχουν στην σημασιολογική αυτοδιέγερση εγκεφαλικών
περιοχών. Λογικό επακόλουθο του μοντέλου
Edelman
είναι ότι την «συνείδηση ανώτερης τάξης» μπορούν ν’αποκτήσουν μόνο τα
άτομα που εχουν αναπτύξει μιά συμβολική γλώσσα και ζούν μέσα σε μιά
γλωσσική κοινότητα, δηλαδή , όπως λέει και ο ίδιος ο
Edelman,
τα άτομα του
Homo
sapiens.
Υπ’ αυτήν την έννοια η « συνειδηση ανώτερης τάξης » (στο εξής απλώς
δανείζομαι τον όρο απο τον
Edelmαn
χάριν συντομίας) εμφανίζεται στον άνθρωπο (Ηomo)
μόνο κατά τα τελευταίες δεκάδες χιλιάδες χρόνια της ιστορίας του και,
επομένως, δεν αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί το γένος (Ηomo)
απο τα υπόλοιπα γένη (εστω τα πρωτεύοντα). Είναι όμως πράγματι έτσι τα
πράγματα;
Οι πρώτοι ανθρωπίδες της Αφρικής (οι αυστραλοπίθηκοι, 4-5 εκατομμύρια
χρόνια πρίν) είχαν ήδη χαρακτηριστικά που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε
«ανθρώπινα», όπως είναι η όρθια στάση. Οι ειδικοί όμως μιλούν για την
παρουσία του γένους άνθρωπος (Ηomo)
πριν περίπου 2,5 εκατομμύρια χρόνια. Ας πάμε λοιπόν 2,5 εκατομμύρια
χρόνια πίσω στις σαβάνες της σημερινής Αιθιοπίας και Κένυας εκεί όπου
έξησε ο πρόγονός μας ο
Homo
habilis.
Τί είναι εκείνο το χαρακτηριστικό πού μας κάνει ν΄ αναγνωρίζουμε σαν
πρόγονό μας τον
Homo
habilis
και όχι στον αυστραλοπίθηκο την τραγουδισμένη απο τους
Beatles
και απο εκατομμύρια ανθρώπους μετά, Λούσυ; Είναι η ικανότητά του να
κατασκευάζει λίθινα εργαλεία. Στην λιθοτεχνία του
Homo
habilis
διακρίνεται η προτιμησιακή χρήση του δεξιού χεριού, που υποδηλώνει την
διαφοροποίηση της λειτουργίας των δύο ημισφαιρίων. Ας σημειωθεί ότι
ανάλογη προτίμηση στην χρήση των άκρων δεν εμφανίζεται στους πιθήκους.
Αυτή η λιθοτεχνία παρ’ όλη την απλότητά της δηλώνει ήδη ορισμένες
νοητικές ικανότητες πολύ ανώτερες απο αυτές των σημερινών πιθήκων: τον
ακριβή υπολογισμό της γωνίας κρούσης, τον συντονισμό των κινήσεων και
τον υπολογισμό της δύναμης κρούσης. Το γεγονός επίσης οτι οι άνθρωποι
αυτοί μεταφέρουν την πρώτη ύλη των απλών εργαλείων τους απο μεγάλες
αποστάσεις, μιά συμπεριφορά που ποτέ δεν έχει παρατηρηθεί στους πιθήκους
και υποδηλώνει μιά εξαιρετική ικανότητα, που διαχωρίζει σε κάποιο βαθμό
την αντίδραση απο το άμεσο ερέθισμα. Τί λοιπόν έδωσε στον
Homo
habilis
αυτές τις επιτηδειότητες που δεν διέθεταν οι σύγχρονοί του
αυστραλοπίθηκοι, ενώ διέθεταν την ικανότητα να περπατάνε όρθιοι; Νομίζω
ότι δεν θα ήταν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι επρόκειτο
για τα 100-150 παραπάνω γραμμάρια εγκεφαλικής ουσίας που διέθετε ο
Homo
habilis
και ότι μέσα σε αυτή την επιπλέον εγκεφαλική ουσία, όπως ενδοκρανιακά
εντυπώματα έχουν δείξει, εμπεριείχετο η περιοχή
Broca.
Καλύτερη εικόνα για την λιθοτεχνία του πρώιμου ανθρώπου διαθέτουμε για
τις νεότερες μορφές, που η αρχαιολογία περιγράφει με το γενικό όνομα
αχελαίες. Οι αχελαίες λιθοτεχνίες εμφανίζονται στην Αφρική
πριν απο 1,5 εκατομμύρια χρόνια την ίδια εποχή που εμφανίζεται ένα νέο
είδος ανθρώπου με εγκέφαλο σχεδόν διπλάσιο απο τον
habilis,
o
Ηomo
erectus.
Το χαρακτηριστικό τεχνούργημα αυτής της εποχής ήταν ο αμφιπρόσωπος
χειροπέλεκυς. Στην μορφή των εργαλείων αυτών, λέει ο Κ. Κωτσάκης
(Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών,
Θεσσαλονίκη 2001), η έρευνα αναγνωρίζει τις αυξημένες νοητικές
ικανότητες των κατασκευαστών τους: την αναπαραγωγή ενός σταθερού
σχήματος, που προϋποθέτει την εφαρμογή συγκεκριμένου ιδεατού τύπου, την
αναγνώριση αφηρημένων γεωμετρικών σχέσεων, όπως η συμμετρία και η
ευθεία. Ιδιαίτερα, διδακτικός είναι ο βαθμός τυποποίησης των
αντικειμένων αυτών, αδιάψευστος μάρτυρας της κατασκευής των εργαλείων
όχι ως άμεση απάντηση στο βιολογικό ερέθισμα, αλλά με βάση την αφηρημένη
παράσταση τόσο του μέσου (εργαλείο), όσο και του ερεθίσματος (τροφή)
ικανότητες αυτών των ανθρώπων. Η μετάθεση αυτή σε χώρο και χρόνο είναι
δυνατή μόνο χάρη στις αφαιρετικές ικανότητες αυτών των ανθρώπων . Ο
παλαιοανθρωπολόγος
Richard
Leakey
γράφει τα εξής για το ίδιο θέμα: «Οι πρόγονοί μας, που έζησαν πριν απο
1,5 ή 2 εκατομμύρια χρόνια, έφτιαχναν όμορφα πέτρινα εργαλεία. Για να
φτιάξεις ένα τσεκούρι απο ένα κομμάτι πέτρα, πρέπει να είσαι ικανός να
διαλέξεις μιά πέτρα που να περιέχει το τσεκούρι προτού το σκαλίσεις.
Πρέπει να δείς το τελειωμένο αντικείμενο στο κομμάτι της πέτρας. Αυτή η
ικανότητα σύλληψης μιάς αφηρημένης ιδέας, να βλέπεις κάτι που δεν είναι
εκεί, φαίνεται να είναι ανθρώπινη ιδιότητα». Απο τις μελέτες λοιπόν της
παλαιοανθρωπολογίας που μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής συμπεράσματα
για την ανθρώπινη νόηση: 1. Η ικανότητα μετάβασης απο το παρόν στο
μέλλον, η ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος μέσα απο την χρήση της
εμπειρίας του παρελθόντος, μέσ’ απο την σύλληψη αφηρημένων εννοιών είναι
βασική ιδιότητα της νόησης του γένους του ανθρώπου. Μέσα σ’ αυτή την
διαδικασία περιλαμβάνεται και το καθοριστικό στοιχείο για τη δόμηση του
εγώ, αλλά και κορυφαίων χαρακτηριστικών του πολιτισμού, η επίγνωση του
επερχόμενου θανάτου. 2. Αυτή η ιδιότητα-ικανότητα της ανθρώπινης νόησης
είναι βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της συνείδησης ανώτερης τάξης
(αναγνώρισης του εαυτού στο παρελθόν το παρόν και το μέλλον) και
αναδύεται - εκφράζεται στον φυσικό κόσμο απο την στιγμή που ο εγκέφαλος
αποκτάει ένα ορισμένο μέγεθος και εμφανίζονται ορισμένες εγκεφαλικές
δομές, όπως η έλικα
Broca.
Η ικανότητα αυτή εξελίσσεται με την μεγέθυνση του εγκεφάλου και των
αντίστοιχων εγκεφαλικών δομών. Κατά την γνώμη μου, λοιπόν, ισχυρά
επιχειρήματα υπέρ της άποψης ότι η ανώτερης τάξης συνείδηση σχετίζεται
με τις εγκεφαλικές λειτουργίες προκύπτουν απο την παλαιοανθρωπολογία.
Με αυτό όμως δεν υποστηρίζω ότι τούτα τα επιχειρήματα είναι δυνατόν να
πείσουν έναν καλόπιστο σύγχρονιο δυιστή.
Ανεξάρτητα όμως απο απο το κατά πόσον τα παραπάνω επιχειρήματα πείθουν ή
όχι, απο βιολογικής πλευράς εμπεριέχουν ένα παράδοξο: οι παραπάνω
ικανότητες του ανθρώπου εξαρτώνται απο μιά οργάνωση του εγκεφάλου
προγραμματισμένη απο γονίδια, ή συντριπτική πλειοψηφία των οποίων
βρίσκονται και σε άλλα ζώα. Απο τη Δαρβινική λοιπόν σκοπιά δεν είναι
δυνατόν μιά τέτοια οργάνωση να αναδύθηκε απότομα στον εγκέφαλο του
ανθρώπου. Νομίζω ότι οι μελέτες που πραγματοποιεί η ερευνητική ομάδα του
Giacomo
Rizzolatti
στο Εργαστήριο Φυσιολογίας του Ανθρώπου στο Πανεπιστήμιο της Πάρμα
μπορούν ν’ ανοίξουν ένα παράθυρο απάντησης προς ερωτήματα αυτού του
είδους. Αυτή η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι στην περιοχή
F5
του προκινητικού φλοιού του πιθήκου υπάρχει μιά ειδική κατηγορία
νευρικών κυττάρων (καθρεπτικοί νευρώνες), οι οποίοι διεγείρονται όταν ο
πίθηκος επιτελεί μιά πράξη, αλλά και όταν ο πειραματιστής υποδεικνύει
στον πίθηκο τί να κάνει, επιτελώντας την ίδια πράξη. Με άλλα λόγια οι
καθρεπτικοί νευρώνες αποτελούν ένα μέσον επικοινωνίας μεταξύ του
τελευταίου και του εκπαιδευόμενου πιθήκου. Δηλαδή συμμετέχουν στην
επιτέλεση μιάς γνωστικής διαδικασίας διαλόγου που με απλά λόγια μπορεί
να περιγραφεί ως εξής: «Αυτό που πριν απο λίγο έκανες εσύ, τώρα το κάνω
εγώ». Η εγκατάσταση όμως αυτού του διαλόγου προϋποθέτει ότι ο πίθηκος,
όπως ελπίζω και ο πειραματιστής, κάνει διάκριση του «εαυτού» ως προς τον
«άλλο». Τα φαινόμενα αυτά που ώς εδώ όσο γίνεται πιό περιληπτικά
περιέγραψα, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν προστεθεί η πληροφορία ότι
για τους περισσότερους ερευνητές η περιοχή
F5
του εγκεφάλου του πιθήκου είναι η ανάλογη της έλικας
Broca
του εγκεφάλου του ανθρώπου. Φαίνεται λοιπόν ότι η
μετάβαση στις πρώτες μορφές του ανθρώπου συμπίπτει με την μεγέθυνση του
καθρεπτικού συστήματος του προγόνου του και την δημιουργία της περιοχής
Broca.
Μιά τέτοια εξελικτική αλλαγή μπορεί να είναι αποτέλεσμα μεταλλάξεων ενός
μικρού αριθμού γονιδίων που ελέγχουν τον ρυθμό πολλαπλασιασμού των
βλαστικών κυττάρων ή άλλων μορφογενετικών γονιδίων, γιά τη δημιουργία
τελικά μιάς νέας δομής όπως είναι η περιοχή
Broca.
Η νέα αυτή περιοχή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το καθρεπτικό σύστημα του
ανθρώπου, το οποίο λόγω της νέας πολυπλοκότητας που δημιουργείται είναι
σε θέση να ελέγχει περίπλοκες σκόπιμες διαδικασίες, όπως είναι η
κατασκευή εργαλείων κατ’ αρχάς και η εκφορά του λόγου αργότερα. Εάν αυτό
το σενάριο είναι ορθό, τότε η «περίπτωση της περιοχής
Broca»
μπορεί να είναι παράδειγμα ανάδυσης νέων μηχανισμών που δίνουν την
δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων, τα οποία δεν έχουν προηγουμένως
συναντηθεί, όπως λέει στην απάντησή του ο Κώστας Κριμπάς, τον οποίο
και ευχαριστώ για την αναφορά που μου κάνει. Η ίδια όμως η πολυπλοκότητα
προσδίδει στα συστήματα αυτά και ένα άλλο χαρακτηριστικό που είναι η
πλαστικότητα. Το θέμα αυτό το έχει ήδη διαπραγματευθεί η Ειρήνη Σκαλιώρα
και δεν θα με απασχολήσει παρά μόνο σε μιά ειδική κατάσταση.
4. Δεν είναι δυνατόν να συζητούμε για συνείδηση χωρίς να μας
απασχολήσει και το ασυνείδητο. Αναμφίβολα στους συμμετέχοντες σ’ αυτόν
τον διάλογο υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι είναι πολύ πιό ειδικοί απο εμένα
και ελπίζω ότι θα ασχοληθούν εκτενώς με το θέμα. Ασφαλώς για πολλούς
νευροεπιστήμονες η έννοια του ασυνείδητου είναι ανυπόστατη, όχι όμως και
για τους
Eric
Kandell
και
Gerald
Edelman.
Κατά τον
Kandell
(Am.
J.
Psychiatry,
April
1999) η ιδέα των ασυνείδητων νοητικών λειτουργιών δεν είναι μόνο
ενδιαφέρουσα απο μόνη της αυτή καθ’ εαυτή, αλλά είναι εξαιρετικά
σημαντική στην προσπάθεια κατανόησης του ψυχικού ντετερμινισμού. Σ’
αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενό του αναφέρει ότι ένα μέρος απο το
ασυνείδητο εγώ μας, το οποίο ονομάζει διαδικαστικό ασυνείδητο,
δεν έχει απωθηθεί και αφορά ασυνείδητες συνήθειες, διαδικασίες και
κινητικές επιδεξιότητες που χαρτογραφούνται στην διαδικαστική (άδηλη)
μνήμη. Πολλές δε απο τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα κατά την ψυχανάλυση
αφορούν ακριβώς αυτή ακριβώς την περιοχή του ασυνείδητου. Αυτή η πρόοδος
δεν εξαρτάται απο μία συνειδητή επίγνωση. Δεν απαιτεί με άλλα λόγια την
μετάθεση του ασυνείδητου στον χώρο του συνειδητού. Πρόκειται για αλλαγές
στην συμπεριφορά που αυξάνουν την κλίμακα των διαδικαστικών στρατηγικών
του ατόμου προκειμένου να υπάρξει και να
πράξει. Επιτυγχάνεται δηλαδή ένα νέο «σετ» απο διαδικαστικές
μνήμες. Ο
Eric
Kandell
κάνει στο σημείο αυτό εκτενή αναφορά στην
Marianne
Goldberg,
η οποία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα συνειδητό τρόπο
προκειμένου να ενθυμηθούν τις συνθήκες εκείνες κάτω απο τις οποίες
αφομοίωσαν τους ηθικούς κανόνες, οι οποίοι ορίζουν την συμπεριφορά.
Αυτοί οι κανόνες αποκτήθηκαν σχεδόν αυτομάτως, όπως οι γραμματικοί
κανόνες που διέπουν την μητρική μας γλώσσα. Ανέφερα όλα τα παραπάνω
προκειμένου να υποστηρίξω μέσα απο τον όντως φωτισμένο λόγο τον
Eric
Kandell
την εξαιρετικά περίπλοκη συσχέτιση μεταξύ συνείδησης και ασυνείδητου.
Συσχέτιση που τα συστατικά της εμφανίζουν μιά εξαιρετική πλαστικότητα
μέσα απο την εγκατάσταση νέων μορφών άδηλης λειτουργικής μνήμης.
Ενα παρόμοιο συμπέρασμα μπορεί να συνάγει κανείς διαβάζοντας προσεκτικά
το μοντέλο για την ανώτερης τάξης συνείδηση του
Edelman.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτό το μοντέλο η ανώτερης τάξης συνείδηση αποκτάται
μέσα απο την εγκατάσταση λειτουργικών κυκλωμάτων μεταξύ των γλωσσικών
περιοχών
Broca
και
Wernicke
απο την μιά μεριά, και του μετωπιαίου, κροταφικού και βρεγματικού λοβού
όπου έχουν εγκατασταθεί ειδικές μνήμες «αξιών», που αποτελούν συστατικό
της πρωτογενούς συνείδησης, απο την άλλη. Ετσι, όπως λέει ο
Edelman,
δημιουργείται ένα νέο είδος μνήμης μέσω σημασιολογικής αυτοδιέγερσης,
που οδηγεί σε εννοιολογική έκρηξη. Πρόκειται για ένα περίπλοκο και
δυσνόητο μοντέλο (μπορούσε να είναι κι αλλιώς;) που στηρίζεται στις
πλαστικές ιδιότητες του εγκεφάλου.
|
|
FIRST
RESPONSE
Elias D. Kouvelas
(Translation from the Greek original by Maria Deliyianni)
1. I would like to begin my
response to the question put by Andrew Papanikolaou, by putting another
very relevant question that I have borrowed from John Searle: “At the
moment the biggest problem is this: We have a certain commonsense
picture of ourselves as human beings which is very hard to square with
our overall "scientific" conception of the physical world. We think of
ourselves as conscious, free, mindful, rational agents in a world that
science tells us consists entirely of mindless, meaningless physical
particles. Now, how can we square these two conceptions? How, for
example, can it be the case that the world contains nothing but
unconscious physical particles, and yet that it also contains
consciousness? How can a mechanical universe contain intentionalistic
human beings-that is, human beings that can represent the world to
themselves? How, in short, can an essentially meaningless world contain
meanings? (John Searle, Minds, Brain ands Science, Harvard
University Press, 1984). In other words, how is the mind related to the
rest of the universe?
It is easy, according to
Searle, to imagine a universe without consciousness, but, when we do it,
we see that we are imagining a universe that is in fact meaningless.
This view could, I believe, be considered as one more variation of the
anthropic principle, an extreme version of which claims that the
universe, in order to come into existence, had first to create man. In
order to be real, the universe had to evolve in such a way that its
observers would also come to exist. “The observer”, says J. Wheeler, “is
as necessary for the creation of the Universe, as is the Universe for
the creation of the observer.” To this metaphysical position I would
prefer the view of Stephanos Trachanas, who believes that “all natural
laws, without exception, are biologically necessary. No one is
biologically superfluous. They all perform a vital biological function.”
I shall give an example, exactly as George Grammatikakis describes it.
“If the intensity of electromagnetic force were smaller, the creation of
atoms or molecules would be impossible. Because it is electromagnetic
force that keeps electrons in orbit around the nucleus and that allows
the creation of molecules, through the formation of the necessary bonds.
If that were the case, the Universe would be exceedingly simple: it
would contain nothing but electrons and nuclei, and therefore no life.
More powerful electromagnetic forces, on the contrary, would entail
permanent binding of electrons to nuclei, thus rendering chemical
reactions impossible. This means that the universe that we live in is
governed by the natural laws that are necessary for the existence
of life.” If, then, consciousness is not something outside of the
physical world but is part of biological life, one could say that
consciousness is a property or an attribute of the universe that we live
in, expressed through the functions of the brain. And, in order to come
closer to the subject under discussion, I could say that consciousness
is a property or an attribute of the brain, thus adding one more way of
putting the question to those proposed by Andrew Papanikolaou
(consciousness derives from the brain, the brain produces consciousness,
the brain as a necessary and sufficient condition, etc.) At this point I
should note the remark made by John Searle: that it can both be true
that mental functions are the cause of our mental life, and that mental
phenomena are properties of the brain. To the question “how can the
brain be the cause of the mind and at the same time the mind be a
property of the brain”, Searle replies that this question is based on a
misunderstanding of the causal relationship. We are tempted, he says, to
think that when A is the cause of B, there must be two discrete events,
one of which is recognized as cause, and the other as effect. That every
causal relationship functions in the same way as billiard balls hitting
each other. When it comes to the causal relationships between brain and
mind, however, we must consider a more complex kind of causal
relationship.
2. Regardless of the way or
the ways of formulating it, the question put by Andrew Papanikolaou
remains, and in order to answer it, I think that we must first make some
explanatory remarks. The first concerns the
participants in
this debate. One side,
I suppose, consists of us, monists, who claim that consciousness is not
something mysterious, outside of the natural world, but that it has
something to do with the functions of this strange soft mass that we
call the brain.
The other side
cannot, I believe, be
other than a
reasonable and well-intentioned person, a well-meaning modern dualist. I
stress « modern » in order to make the distinction with Cartesian
dualism. Because
Descartes was looking for the link between the body and the mind in the
pineal gland and in his “Meditations on
first
philosophy” he has
written: “I am not merely lodged with my body like a sailor in a
ship, but I am very closely united with it, intermingled with it”. Our
modern dualist, on the contrary, firmly believes that “the universe is
composed 100% of matter and 100% of non-matter” and consciousness,
therefore, is an element of the non-material universe. My second remark
has to do with the term “consciousness”. Because, as David Chalmers
(1995) has remarked, different researchers use the term consciousness in
different ways or, I would add, slip consciously or unconsciously from
the term “consciousness” to the term “awareness” – I do not believe that
these terms are synonymous – and back again, with the greatest ease. It
is true that in consciousness are contained the processes though which a
person integrates information from various sources in order to regulate
his behaviour. In other words in consciousness is contained the state
of being aware of things in the world, of having mental images of
the present. This is the state that Gerald Edelman calls “primary
consciousness”. We often, then, find ourselves faced with texts whose
authors begin by stating that they will address the problems of
consciousness, and then proceed with the description of very interesting
studies on the mechanisms that allow us to become aware of and interpret
the world, finally reaching the conclusion that by continuing in this
line of research, and probably with the help of more powerful computers,
we shall, one day, succeed in understanding the “mystery at the centre
of human life”, that is consciousness (see e.g. F. Crick
και
C. Koch Scientific American special issue on Mysteries of the
Mind, 1997). I shall, therefore, conclude the second part of this
response by saying that there is, in fact, a body of data produced by
recent or earlier research in the neurosciences that I believe can
convince even an open-minded modern dualist that what I shall, for the
sake of brevity, call “primary consciousness” has to do with the
functions of the brain. (Andreas, please forgive the expression
has to do). In these data I would include those mentioned by Irini
Skaliora in her response – blindsight, neglect syndrome, binocular
rivalry, as well as many others. I would, for instance, include earlier
work by W. Penfield and H. Jasper, the classic studies of the visual
system by T. Wiesel and D. Hubel and the psychopysiological studies of
S. Zeki and W. Singer, or V. Ramachandran’s work on optical illusion,
Sperry’s and Gazzaniga’s work with split-brain patients and many others.
3. However, what is
characteristic of man is not “primary consciousness” but “higher order
consciousness” (again, I am borrowing the term from G. Edelman), that is
“the conscience that you have consciousness”. I suspect, therefore, that
what Irini Skaliora has said about our views on the relationship of the
brain with consciousness is true for this level of consciousness. That
they are not based, that is to say, on hard logical arguments or
neuroscientific facts (or facts derived from other sciences), but stem
from the views that each one of us has of the world. It is possible that
this situation does not hold only where our views on consciousness are
concerned, but is also true of other issues, whose scientific
investigation has proved to be extremely difficult. For instance, I was
recently watching the (mediocre, I think) film “A beautiful mind”. At
some point, the main character (a mathematician and Nobel laureate) asks
his future wife to give him proof of her love for him. She responds by
asking him whether he believes that the universe is infinite. And, when
he replies in the affirmative, she asks him if he can prove it. He
replies that he has no proof, but that this is what he believes.
But let us return to
consciousness. According to Edelman, higher order consciousness includes
recognition by a thinking agent of his actions or his emotions. It
embodies a model of his personality, his past, his future, as well as
his present. Antonio damasio
(Scientific American, December 1999) claims that the biological
basis of the sense of self lies in those brain structures or devices
that provide a minute-by-minute image of the continuity of the organism.
He claims that self-awareness is in fact part of a movie where the seen
coexists with the seer, and thought coexists with the thinker.
According to Edelman, the
acquisition of higher-order consciousness requires the formation of a
“social self” that is achieved through the long-term storage
(memorization) of symbolic relationships that have been acquired through
interactions with other individuals of the same species. This process is
based on the appearance of language in a linguistic community. Thus, if
one compares the brain areas involved in “primary” and “higher-order”
consciousness (Bright Air, Brilliant Fire, Figures 11-1 and
11-4), one will realise that the only areas that are added to the model
of higher-order consciousness are the Broca and Wernicke areas, the
language areas, that take part in the semantic self-induced
stimulation of brain areas. The logical consequence of Edelman’s
model is that “higher-order consciousness” can only be achieved by
individuals that have developed a symbolic language and live within a
linguistic community; that is, as Edelman himself says, the individuals
of the species homo sapiens. In this sense, “higher-order
consciousness” (in what follows I shall simply borrow Edelman’s term for
the sake of brevity) appears in homo only during the last tens of
thousands of years of his history and is not, therefore, a
characteristic that differentiates the species homo from other species.
But is this really the case?
The first hominids of Africa
(the australopitheci, 4-5 million years ago) already had features that
we could characterize as “human”, such as their upright position.
Palaeoanthropologists, however, speak of the presence of the species
homo approximately 2.5 million years ago. Let us, then, go back 2.5
million years in the savannahs of what is today Ethiopia and Kenya,
where our ancestor, homo habilis used to live. What is the
feature that makes us recognize as our ancestor homo habilis, and
not the australopithecus Lucy, sung by the Beatles and by millions of
others after them? It is his ability to build stone tools. In the stone
industry of homo habilis we can discern a preference for the
right hand, that denotes the differentiation of hemispheric function. We
should note that apes do not show a similar preference in the use of
their upper limbs. This stone industry, in spite of its simplicity, is
evidence for the presence of certain cognitive abilities much higher
than those of contemporary apes: the exact calculation of the angle of
impact, the coordination of movements and the calculation of the
strength of impact. There is also the fact that these hominids carry the
raw materials for their simple tools over long distances; this behaviour
has never been observed in apes and denotes an exceptional ability, a
decoupling of the response from the immediate stimulus. What was it,
then, that gave homo habilis these skills that his contemporary
australopitheci lacked, although they were able to walk upright? I think
that we would not be risking too much if we supposed that the difference
lay in the 100 or 150 more grams of brain tissue contained in the skull
of homo habilis, and that this surplus brain tissue, as has been
shown by endocranial casts, contained Broca’s area. We have more
information on the more recent forms of stone industry that archaeology
designates with the general name of Acheulean. Acheulean industry
made its appearance in Africa 1.5 million years ago; this coincides with
the appearance of a new human species whose brain size was twice that of
homo habilis, homo erectus. The characteristic artifact of that
period is the bifacial hand axe. The form of these tools, according to
K. Kotsakis (History of the Greek Language, Institute of Modern
Greek Studies, Thessaloniki 2001) indicates to researchers the increased
cognitive abilities of their manufacturers: the reproduction of a
particular shape, which presupposes the application of a particular
ideal template, the ability to recognize abstract geometrical relations,
such as symmetry and the straight line. Particularly informative is the
degree of standardization of these artifacts, which is a reliable
witness to the fact that these tools were not created as an immediate
response to a biological stimulus, but on the basis of the abstract
representation both of the means (tool) and of the stimulus (food),
which serves as an indication of the abilities possessed by these
humans. According to the palaeoantropologist Richard Leaky, “ancestors
of ours, living 1.5 to 2 million years ago, were making beautifully
shaped stone implements. to
make a hand axe out of a piece of stone, you have to be able to pick up
a stone that contains the hand axe before you make it. You have to see
the finished object in the piece of stone. Now, that ability to
conceptualise, to abstract, to see something that isn’t there, seems to
be human”. Palaeoanthropology, therefore, allows us to reach the
following conclusions about human cognition: 1. The ability to proceed
from the present to the future, the ability to foresee the future using
the experience of the past, by grasping abstract concepts, is an
elementary cognitive ability of the human species. In this process is
contained the defining element for the construction of the self, and of
crucial characteristics of culture, the awareness of oncoming death. 2.
This property or ability of human cognition is an elementary
precondition for the development of higher-order consciousness (the
recognition of the self in the past, the present, and the future) and it
emerges/is expressed in the natural world from the moment that the brain
achieves a certain size and there appear certain brain structures such
as the Broca area. This ability evolves along with the enlargement of
the brain and of the corresponding brain areas. I believe, therefore,
that palaeoantropology provides us with strong arguments in favor of the
view that higher-order consciousness is related to brain functions.
This, however, does not entail that these arguments can convince a
well-meaning modern dualist.
These arguments, however,
regardless of whether they appear more or less convincing, imply a
biological paradox: the above-mentioned human abilities depend on an
organization of the brain that has been programmed by genes most of
which appear in other species as well. From a Darwinian point of view,
therefore, it does not seem possible that this organization emerged in
the human brain at once. I believe that the research conducted by the
team of Giacomo Rizzolatti in the Laboratory of Human Physiology of the
University of Parma can open a window towards an answer to such
questions. This team of researchers has found that in area F5 of the
monkey premotor cortex there is a specific group of neural cells (mirror
neurons) that become excited when the monkey performs an action, but
also when the experimenter is showing the monkey what to do, by
performing the same action. In other words, these mirror neurons are a
means of communication between the experimenter and the monkey
undergoing training. They take part, that is to say, in the performance
of a cognitive process of interaction (dialogue?) that could be
described as: “I am now doing what you did a moment ago”. Establishing
of this dialogue, however, presupposes that the monkey (and the
experimenter, I hope) can make the distinction between the “self” and
the “other”. The phenomena that I have only briefly sketched here
acquire a particular significance when we add to them the information
that according to most researchers area F5 in the monkey brain
corresponds to the Broca area of the human brain. It appears, therefore,
that the transition to the first forms of the human species coincides
with the enlargement of our ancestor’s mirror system and the creation of
the Broca area. Such an evolutionary change can be the result of
mutations in a small number of genes that control the proliferation of
germ cells or other morphogenetic genes, that would finally result in
the creation of a new structure, such as the Broca area. This new area
is, in a certain sense, man’s mirror system that, due to the new
complexity that emerges, is in a position to control complex
purposeful processes, such as tool making at first, and language at
a later stage. If this scenario is correct, then the “case of the Broca
area” could be a paradigm case for the emergence of new mechanisms that
have not been encountered before, as Costas Krimbas, whom I thank for
his reference to me, has suggested in his response. This very
complexity, however, endows these systems with another characteristic,
plasticity. This has already been discussed by Irini Skaliora, and I
shall not dwell on it, except for one particular case.
4. It is not possible to
discuss consciousness without addressing the issue of the unconscious.
Some of the participants in this debate are no doubt more qualified than
myself and I hope that they shall discuss the question at length. The
concept of the unconscious is certainly non-existent for many
neuroscientists, but not for Eric Kandell and Gerald Edelman. According
to Kandell (Am. J. Psychiatry, April 1999), the notion of
unconscious mental functions is not only interesting in itself, but it
also plays an extremely important role in our attempt to understand
psychic determinism. In this very interesting article he says that part
of our unconscious ego, that he names procedural unconscious, has
not been repressed and is concerned with unconscious habits, and
perceptual and motor skills that are mapped onto procedural (implicit)
memory. And many changes that take place during psychoanalysis concern
precisely this part of the unconscious. This progress does not depend on
conscious awareness. It does not, in other words, require that the
unconscious be transported into the realm of the conscious. It consists,
rather, in changes in behaviour that increase the range of the subject’s
procedural strategies for doing and being. What is
achieved, in fact, is a new set of procedural memories. Here Eric
Kandell also mentions Marianne Goldberg, who claims that generally
people do not remember, in any conscious way, the circumstances under
which they assimilated the moral rules that govern their behaviour; we
acquire these rules almost automatically, as we acquire the rules of
grammar that govern our native language. I mention all these things in
order to support, through Eric Kandell’s truly illuminated discourse,
the particularly complex correlation between consciousness and the
unconscious. A correlation whose components exhibit a remarkable
plasticity through the establishment of new forms of implicit procedural
memory.
We may reach a similar
conclusion through a careful consideration of Edelman’s model of
higher-order consciousness. According to this model, higher-order
consciousness is achieved through the establishment of functional
circuits between, on the one hand, the Broca and Wernicke language
areas, and, on the other hand, the frontal, temporal and parietal lobes
that support special “value-category” memories, which are a component of
primary consciousness. This, according to Edelman, creates a new kind of
memory through semantic self-induced stimulation, which leads to a
conceptual explosion. Edelman’s model is complex and hard to understand
(how could it be otherwise?) and it is clear that it is based on the
plastic properties of the brain. |