ΠΡΩΤΟΛΟΓΙΑ (Γεώργιος Παπαδόπουλος) -- First Response (Gerorge Papadopoulos)
ΠΡΩΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Γεώργιος Παπαδόπουλος
Τμήμα Ιατρικής
Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ
ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ξεκινάω με κάποιες
εισαγωγικές παρατηρήσεις. Πρώτον, αυτό που ακολουθεί αποτελεί μια πρώτη
μόνον απάντηση στο ερώτημα, η οποία μάλιστα γράφεται με σημαντική πίεση
χρόνου. Ελπίζω ότι η συζήτηση θα προχωρήσει έτσι ώστε να έχω τη
δυνατότητα να επανέλθω με πληρέστερες διευκρινίσεις και αναπτύξεις.
Δεύτερον, δεν έχω διαβάσει – σκόπιμα – τις απαντήσεις που έχουν σταλεί
και ανακοινωθεί μέχρι τώρα, εκτός βέβαια από την ‘απάντηση’ που
συνοδεύει την αρχική πρόσκληση από τον Α.Π.
Τρίτον – και
σημαντικότερο – όσα ακολουθούν αναφέρονται αποκλειστικά στο ερώτημα, αν
δικαιολογείται η θέση, ότι ο εγκέφαλος παράγει συνείδηση,
σκέψεις, παραστάσεις, συναισθήματα, ψυχικές λειτουργίες κλπ. κλπ. Δεν
πρόκειται να ασχοληθώ εδώ καθόλου με (τα γνωστά και συνεχώς
επεκτεινόμενα) ευρήματα («χίλια-δυο πράγματα») για τους συσχετισμούς
μεταξύ καταστάσεων και αλλοιώσεων του εγκεφάλου και μεταβολών
(τροποποιήσεων, αλλοιώσεων) στα ψυχικά φαινόμενα και τις ψυχικές
λειτουργίες.
Πρέπει να πω
ξεκινώντας ότι συμφωνώ, κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος, με τις
επιφυλάξεις (τουλάχιστον) του Α.Π. ως προς την επάρκεια των ‘μοντέλων’
που προτείνονται και επιδοκιμάζω την κρίση του περί «γνωσιολογικής
αφελείας» των προτεινόντων. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο θέμα αυτό –
με δεδομένη και τη συντομία που επιβάλλεται – επιφυλασσόμενος να
επανέλθω, αν χρειασθεί.
Εδώ θα ήθελα να
περιορισθώ σε ένα μόνο θέμα, το οποίο θεωρώ μείζων – ή, ακριβέστερα, το
σημαντικότερο στη συζήτηση αυτή. Αν θέλει κανείς να συζητήσει πραγματικά
για το κύρος και την επιστημονική βασιμότητα του ισχυρισμού περί
παραγωγής από τον εγκέφαλο των ψυχικών λειτουργιών κλπ., το πρώτο πράγμα
νομίζω που θα έπρεπε να κάνει είναι να εξετάσει, ποιοι άλλοι
διαφορετικοί (εναλλακτικοί, αντίθετοι κλπ.) ισχυρισμοί υπάρχουν (ή θα
μπορούσαν να υπάρχουν ή να διατυπωθούν). Νομίζω ότι ο πυρήνας (ή το
κοινό ουσιαστικό στοιχείο) αυτών των άλλων (τουλάχιστον των
αξιολογότερων, κατά τη γνώμη μου) διαφορετικών ισχυρισμών είναι περίπου
(γιατί υπάρχουν διάφορες παραλλαγές) το εξής: Τα ψυχικά φαινόμενα
εδράζονται σε μια ‘ουσία’ η οποία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την ύλη
– ή, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να προσεγγισθεί, να κατανοηθεί, να
μελετηθεί επιστημονικά με τις μεθόδους που δεχόμαστε για τον υλικό
κόσμο. Πρόκειται δηλ. για τις πολύ γνωστές αντιλήψεις για την ψυχή, όπως
υπάρχουν και έχουν διατυπωθεί από την εποχή της αρχαίας Ελληνικής
φιλοσοφίας και σε όλους τους κατοπινούς αιώνες.
Κύρια
χαρακτηριστικά μια τέτοιας αντίληψης, ιδιαίτερα αυτά που σχετίζονται με
το θέμα μας, είναι τα εξής: α) Το ότι η ‘ουσία’ αυτή είναι άυλη,
πνευματική, δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι λιγότερο πραγματική από την
ύλη, ότι ανήκει στο χώρο της φαντασίας κλπ.. Αντίθετα θα μπορούσε να πει
κανείς – και αυτό ισχυρίζεται ένα πλήθος συγγραφέων με χαρακτηριστικό
παράδειγμα τον Πλάτωνα – ότι είναι περισσότερο πραγματική από την
ύλη και ότι θα έπρεπε να της αποδίδεται επομένως πρωταρχική σημασία. β)
Η ‘ουσία’ αυτή δεν είναι «αιτιακώς αδρανής», όπως, σύμφωνα με τον Α.Π.,
ισχυρίζεται για τα «άυλα πράγματα» η τρέχουσα αντίληψη στις
νευροεπιστήμες. Αντίθετα έχει μια συνεχή αιτιακή παρουσία και μάλιστα,
θα μπορούσε να πει κανείς, ανωτέρου επιπέδου. γ) Η ‘ουσία’ αυτή, ως
ανώτερη, περισσότερο πραγματική κλπ. δεν μπορεί να παράγεται από τον
εγκέφαλο ή από οποιοδήποτε άλλο όργανο. Ας θυμηθούμε ότι η μορφή του
Αριστοτέλη δεν παράγεται, παράγει. δ) Η αντίληψη αυτή δεν
παραβλέπει το ρόλο του εγκεφάλου, όπως εξετάζεται από τις νευροεπιστήμες
– και δεν τον παραβλέπει ήδη από την εποχή του Πλάτωνα. Είναι μάλλον
εύλογο, όταν μια τέτοια ‘ουσία’ πρόκειται να αλληλεπιδράσει με τον υλικό
κόσμο, να χρειάζεται τη ‘διαμεσολάβηση’ ή τη ‘σύμπραξη’ κάποιων υλικών
οργάνων. Με την έννοια αυτή ο εγκέφαλος είναι (μεταξύ άλλων και)
όργανο της ψυχής, όπως το διατύπωναν κάποιοι από τους θεμελιωτές των
νευροεπιστημών, ακόμα και κατά τον 19ο αιώνα (βλ.
Soemmering).
Αυτά για μια
σκιαγράφηση της διαφορετικής αυτής αντίληψης – η οποία είναι άλλωστε
αρκετά γνωστή. Η θέση μου τώρα στο θέμα αυτό είναι ότι οι
νευροεπιστήμες δεν μπορούν, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν, να
εξετάσουν σοβαρά, να αντικρούσουν την αντίληψη αυτή. Ιστορικά, μια
τέτοια εξέταση και προσπάθεια επιστημονικής απόρριψης αυτής της
αντίληψης δεν συνέβη ποτέ από μεριάς των νευροεπιστημόνων. Απλά οι
νευροεπιστήμονες, σιγά-σιγά (‘ανεπαισθήτως’) διολίσθησαν – αφήνοντας
κατά μέρος στάσεις π.χ. à la Soemmering – σε μια
κατάσταση, όπου στρέφουν την προσοχή τους αποκλειστικά σε
πράγματα υλικά, σε πράγματα δηλ. και φαινόμενα, τα οποία μπορούν να
μελετηθούν, να μετρηθούν, με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Αλλά
ακόμα και όταν απόψεις που μιλούσαν για κάποια αυθύπαρκτη ψυχή
εμφανίστηκαν – έστω και με κάπως εκφυλισμένη μορφή – μέσα στο χώρο των
σύγχρονων νευροεπιστημών (όπως με το Sperry και
με τον Eccles), δεν εξετάσθηκαν σοβαρά, αλλά
μάλλον αγνοήθηκαν.
Η κατάσταση σήμερα
ανάμεσα στις δύο διαφορετικές βασικές αντιλήψεις, όπως σκιαγραφήθηκαν
πιο πάνω, είναι τέτοια που θα μπορούσε να μιλάει κανείς για δύο
διαφορετικά παραδείγματα – με την επιφύλαξη βέβαια πάντα για το
αν δικαιολογείται η χρήση του όρου ‘παράδειγμα’, όπως τον καθιέρωσε ο
Th. Kuhn, σε επιστήμες που
δεν έχουν φθάσει στο ‘επίπεδο’ της φυσικής ή της χημείας. Έτσι δεν είναι
καθόλου εύκολο να κάνει κανείς υποδείξεις για επί μέρους έρευνες ή
ερμηνείες ερευνητικών αποτελεσμάτων στα πλαίσια των νευροεπιστημών που
θα μπορούσαν να συμβάλουν σε κάποια αντιπαράθεση της κρατούσας αντίληψης
(ή παραδείγματος) στις νευροεπιστήμες με την ‘εναλλακτική’ αντίληψη.
Αρκεί να υπομνησθεί ότι, αν λάμβανε κανείς σοβαρά υπ’ όψιν την ύπαρξη
μιας ψυχικής ή πνευματικής ‘ουσίας’, θα έπρεπε να εξετάζει, κάθε φορά,
το ενδεχόμενο να παρατηρούνται επιδράσεις σε λειτουργίες οργάνων ή
αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε όργανα, λειτουργίες, φαινόμενα, χωρίς να
υπάρχει υλική διαμεσολάβηση (με τη γειτνίαση, με μεταφορά μορίων,
επιδράσεις ηλεκτρικών πεδίων κλπ.) Είναι φανερό, από όσα αναφέρθηκαν πιο
πάνω, ότι τα πολύ γνωστά γεγονότα, ότι βλάβες σε συγκεκριμένες
εγκεφαλικές περιοχές ή παρεμβάσεις (με μηχανικούς, ηλεκτρικούς, χημικούς
κλπ. τρόπο) σε εγκεφαλικές περιοχές προκαλούν αλλοιώσεις ψυχικών
λειτουργιών (οι οποίες μπορεί να εμφανίζονται με αρκετά τυπικό τρόπο
μετά από μια συγκεκριμένη βλάβη ή παρέμβαση) δεν μπορούν να αποτελέσουν
στήριξη για τη θέση, ότι ο εγκέφαλος παράγει τα ψυχικά φαινόμενα.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ένα φαινόμενα που παρατηρείται πολύ συχνά σε
νευροεπιστημονικά κείμενα ή συζητήσεις: Από μια διατύπωση (που θα ήταν η
μόνη επιστημονικά ορθή), ότι «μια συγκεκριμένη παρέμβαση σε μια
συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου προκαλεί κάποιες συγκεκριμένες
μεταβολές σ’ αυτά που παρατηρούμε ή καταγράφουμε ή μετράμε
σχετικά με κάποια ψυχική λειτουργία», ο γράφων ή ομιλών διολισθαίνει
(φαινομενικά αθώα ή απερίσκεπτα) σε διατυπώσεις που υπονοούν, ότι, με
την παρέμβαση, μεταβάλλεται αυτή καθ’ εαυτήν η ψυχική λειτουργία.
Συμπερασματικά,
μπορώ να διατυπώσω πολύ αδρά – και προκλητικά – τις θέσεις:
Οι νευροεπιστήμες –
συμπεριλαμβανομένων και των τελευταίων ευρημάτων, καθώς και όσων
μπορούμε εύλογα να προβλέψουμε – δεν μπορούν, κατά κανένα τρόπο, να
αποδείξουν ότι ο εγκέφαλος παράγει τις ψυχικές λειτουργίες ή τα
ψυχικά φαινόμενα
Οι νευροεπιστήμες
δεν μπορούν να αποφανθούν, κατά οποιονδήποτε τρόπο, περί αυτού, το οποίο
παραδοσιακά στη φιλοσοφία (αλλά και στην κοινή διάλεκτο) ονομάζεται ψυχή
ή πνεύμα
Αθήνα, Ιούλιος 2002 |
|
FIRST RESPONSE
Georgios Papadopoulos
Professor -- School of Medicine
National University of Athens
MY RESPONSE TO THE QUESTION PUT BY ANDREAS PAPANICOLAOU
I begin with some introductory
remarks. First, what follows is just a first response to the question,
which, moreover, has been written in considerable haste because of lack
of time. I hope that the discussion will go on so that I will have the
opportunity to revisit the issue in order to clarify and develop several
points. Second, I have –intentionally – not read the responses sent and
publicized until now, except, naturally, for the “response” accompanying
A.P.’s initial invitation.
Thirdly – and most importantly –
what follows refers exclusively to the question whether it is
justifiable to believe that the brain produces consciousness,
thought, representations, emotions, mental functions etc, etc. I shall
not deal here with the (well-known and constantly expanding) findings
(“thousands of things”) on the correlations between states and lesions
of the brain and changes (modifications, distortions) in mental
phenomena and mental functions.
I should say from the start that I
agree, for the most part, at least, with A.P.’s reservations (to say the
least) as regards the adequacy of the “models” that are on offer, and I
approve of his judgment on the “epistemological naiveté” of those who
offer them. I shall not dwell on this subject – since I have to be brief
- but I reserve my right to address the question later, if required.
Here, I would like to
limit myself to a single question that I take to be of major importance
– or, more accurately, the most important one in our discussion. If one
really wants to talk about the prestige and the scientific validity of
the claim that mental functions are produced by the brain etc., I
believe that the first thing that one should do would be to examine what
other (alternative, opposing etc.) claims have (or could have) been
made. I believe that the kernel (or the common essential element) of
these other claims (or at least of those that I consider more important)
is mutatis mutandis (for there are several versions) the
following: Mental phenomena have their seat in a ‘substance’ essentially
different from matter – or, in other words, a ‘substance’ that cannot be
approached, understood, or scientifically studied by the methods
acceptable for the material world. In other words, these are the
well-known views on the soul, as they have been presented from the time
of the Greeks onwards.
The principal features
of these views, and especially those related to our discussion, are the
following: a) The fact that this ‘substance’ is immaterial, spiritual,
does not by any means entail that it is less real than matter, that it
belongs to the realm of the imagination etc. On the contrary, one could
say –along with many writers, including Plato – that it is more real
than matter and that it should therefore be considered of primary
importance. b) This ‘substance’ is not “causally inert”, as is claimed,
according to A.P., by the currently prevailing view in the
neurosciences. On the contrary, it has a constant causal presence and,
some would say, on a higher level. c) This ‘substance’, being more
sublime, more real etc. cannot be produced by the brain or by any other
organ. We should not forget that Aristotle’s “form” is not produced;
it produces. d) This view does not ignore the role of the brain, as
it is examined by the neurosciences – and it has never ignored it, even
in Plato’s time. It is rather reasonable to think that, in order to
interact with the material world, this ‘substance’ should require the
“mediation” or the “assistance” of some material organs. In this sense,
the brain is (among other things) the instrument of the soul,
according to some of the founders of the neurosciences as late as the 19th
century (e.g. Soemmering).
This should suffice as a
sketch of this alternative view – which is quite well known, anyway.
Now, my position on this subject is that the neurosciences are
unable, are not in a position to confront, seriously examine, and refute
this view. Historically, neuroscientists have never undertaken such
an examination or such an attempt at a scientific refutation of this
view. Neuroscientists have simply (‘imperceptibly’) slipped – leaving
positions such as Soemmering’s behind – into a situation, where they
turn their attention exclusively to material things, that is to
those things and phenomena that can be studied, or measured, with the
methods of the natural sciences. But even when views that spoke of an
independently existing soul appeared – albeit in a somewhat degenerated
form – within the contemporary neurosciences (as in the cases of Sperry
and Eccles), they were not put under serious examination, but were
rather ignored.
Today, the situation
between these two opposed fundamental views, as I sketched them above,
is such that one could speak of two different paradigms – if, of
course, one can justifiably use the term “paradigm” as established by T.
Kuhn, in sciences that have not yet reached the “level” of physics or
chemistry. It is, therefore, not an easy task to make suggestions
concerning particular research projects or interpretations of research
results in the neurosciences that could contribute to a confrontation
between the view (or paradigm) prevalent in the neurosciences and the
“alternative” view. We need only remember that, if one took seriously
the existence of a spiritual or mental ‘substance’, one would have to
examine, every time, the possibility that there may be effects on the
functions of certain organs, or interactions between organs, functions,
or phenomena, in the absence of any material interaction (such as
proximity, transfer of molecules, influences of electrical fields etc.)
It should be obvious from the above that well-known facts, such as that
lesions in particular areas of the brain, or interventions (by
electrical, mechanical, chemical or other means) in various brain areas
cause deficits in mental functions (that may appear quite typically
after a certain lesion or intervention) cannot be considered as evidence
for the view that the brain produces mental phenomena. Here, we
should note a phenomenon that is quite commonly observed in texts or
discussions pertaining to the neurosciences: From a formulation (which
would be the only scientifically correct one) claiming that “a
particular intervention in a particular area of the brain causes certain
modifications in what we observe or record or measure in
reference to a certain mental function”, the writer or speaker slips
(apparently innocently or thoughtlessly) towards formulations implying
that the intervention modifies the mental function itself.
I would like to conclude with two
very crude – and provocative – statements:
The neurosciences – including their
most recent findings and those that we can reasonably foresee– can by no
means prove that the brain produces mental functions or mental
phenomena.
The neurosciences can by no means
make any reasonable pronouncement on what is traditionally (both in
philosophy and in common speech) called soul or spirit.
Athens, july
2002
|