[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ (Π. Πεφάνης) - Second Response (P. Pefanis)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΦΑΝΗΣ

Δεύτερη απάντηση.  Οι συγκρούσεις των προκαταλήψεων.

 Η γραπτή και κυρίως η προφορική ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου των τοποθετήσεων, ανέδειξε κατά την γνώμη μου μια σειρά από  εμπόδια σε μια πορεία που θα μπορούσε να καταστήσει εφικτή την διαμόρφωση ενός πλαισίου διαλόγου που θα οδηγούσε σε μια συνθετική προοπτική. Πρόκειται για  προκαταλήψεις με επιστημολογικό, ιδεολογικό ή ακόμη ηθικό υπόβαθρο που εκδηλώνονται μέσα από την αμοιβαία αντιπαράθεση επιχειρημάτων και θέσεων. Θεωρώ την πλήρη εξουδετέρωση αυτών των εμποδίων ανέφικτη, για λόγους που έχω αναπτύξει στην πρώτη απάντηση και συμπυκνώνονται στην άποψη πως δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση σε ένα ερώτημα τέτοιου τύπου όπως αυτό που μας απασχολεί, που να μην περιέχει συνιστώσα φιλοσοφική-ιδεολογική,  και μάλιστα αυθόρμητη προσωπική φιλοσοφία. Θα προσπαθήσω σε αυτή τη δεύτερη απάντηση να συμβάλλω σε ένα μετριοπαθέστερο στόχο, δηλαδή να αποκτήσουμε όλοι επίγνωση της προκατάληψης που εμπεριέχεται σε απόψεις μας που ίσως θεωρούμε πως έχουν μόνο ‘καθαρά επιστημονικό’ υπόβαθρο, και να λάβουμε το γεγονός αυτό υπ’ όψη μας ώστε ο διάλογος που βρίσκεται σε εξέλιξη να έχει μια προοπτική συνεννόησης.

1.Ο υλισμός έναντι της προκατάληψης ‘ανωτερότητας της πνευματικής ουσίας’

Θέλω να ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι θεωρώ πως η πρώτη μου απάντηση είναι  μια σαφής μονιστική υλιστική θέση. Τη θέση αυτή θα επιμείνω να υπερασπιστώ και εδώ,  άσχετα με τους προβληματισμούς μου στο θέμα της αποδεικτικής δυνατότητας των ως  τώρα δεδομένων που προκύπτουν από τις νευροεπιστήμες και θα εξηγήσω τους λόγους γι’αυτό ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα ερωτήματα του Ανδρέα. Εκτιμώ επίσης πως

ο υλιστικός μονισμός, όπως τουλάχιστον τον αντιλαμβάνομαι,  είναι μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα μας  και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά πλάνη. Από τη σκοπιά του υλισμού,  μπορούμε να θεωρήσουμε πως συνιστά πλάνη η επιμονή  των δυιστών, ή ευρύτερα των ιδεαλιστών κάθε λογής  σε μια ιεραρχική σκέψη η οποία διασπά την πραγματικότητα, εδώ έρχομαι να συνυπογράψω την σχετική αναφορά της Ειρήνης Σκαλιώρα , με έντονα ιδεολογικά φορτισμένα κριτήρια ιεράρχησης.  Ακόμη και τον λεγόμενο μη υλιστικό μονισμό, με τις μικρές μου δυνάμεις μπορώ να τον συλλάβω μόνο ως μια σπινοζικής έμπνευσης πνευματοκρατική ουσιοκρατία  η οποία αν δεν εξοβελίζει την ύλη από το προσκήνιο, την υποβιβάζει  σε απλό προϊόν  μιας πνευματικής ουσίας με απροσδιόριστο χαρακτήρα και  ανύπαρκτες δυνατότητες πρόσβασης και ελέγχου από ανθρώπινες πρακτικές.  Έχω τη γνώμη πως ο ιδεαλιστής αυθαίρετα επικαλείται μια πνευματική ουσία με ιεραρχικά ανώτερη θέση, προκειμένου να μη μειωθεί το κύρος και η αίγλη των λεγόμενων ανώτερων νοητικών διεργασιών. Προσπαθώντας να βρω ένα κατάλληλο αλλά και λειτουργικό τρόπο να απαντήσω σε αυτή την προκατάληψη ανωτερότητας του πνεύματος, μου έρχεται στο μυαλό μια  αναφορά του Damasio:

‘ Το κύρος ενός συναισθήματος ως ένα ανθρώπινο φαινόμενο δεν μειώνεται αν ανακαλύψουμε ότι ένα συγκεκριμένο συναίσθημα εξαρτάται από τη δραστηριότητα σε πολλά ειδικά εγκεφαλικά συστήματα που αλληλεπιδρούν με πολλά σωματικά όργανα  Με το να κατανοήσουμε  μερικές από τις μυριάδες  βιολογικές διαδικασίες δεν υποτιμάται ούτε η αγωνία, ούτε η ανάταση που η αγάπη  ή η τέχνη μπορούν να δημιουργήσουν. Η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο: η αίσθηση θαυμασμού μας θα πρέπει να αυξάνεται πριν οι περίπλοκοι μηχανισμοί καταστήσουν δυνατή μια τέτοια μαγεία.  Τα συναισθήματα σχηματίζουν τη βάση  αυτού που οι άνθρωποι περιέγραφαν επί χιλιετίες ως ψυχή ή πνεύμα’[σ.24]

2. Μια νέα έννοια υλικότητας  έναντι της προκατάληψης διχοτόμησης της πραγματικότητας

Με τα παραπάνω σχόλια δεν θέλω να πω πως είναι χωρίς νόημα κάθε προβληματισμός σχετικά με τη σχέση του νου με τον εγκέφαλο. Σίγουρα το πρόβλημα των εκφράσεων της υποκειμενικής εμπειρίας, στο μέτρο που παραμένει άλυτο στο επιστημολογικό πλαίσιο των σύγχρονων νευροεπιστημών,  μαζί με αρκετά άλλα προβλήματα που τίθενται από τη σύγχρονη φυσική  τροφοδοτεί το διάλογο και ωθεί σε αντιπαραθέσεις. Η άποψη μου είναι πως για να υπερβούμε την δυιστική και δη   καρτεσιανής αναφοράς προκατάληψη περί ύπαρξης διχοτομημένης με στεγανά πραγματικότητας,  η αναζήτηση θα μπορούσε να στραφεί στη διαμόρφωση μιας νέας έννοιας υλικότητας με δυναμικά εξελισσόμενο και πολυεπίπεδο περιεχόμενο. Σε αυτό το συμπόσιο ακούστηκαν επ’ αυτού δύο  ενδιαφέρουσες αναφορές, στις οποίες θα ήθελα να σταθώ.

Α. Μη διχοτομική διάκριση και ενοποίηση των εκδοχών

Θα αρχίσω με την άποψη του οικοδεσπότη μας  Ανδρέα Παπανικολάου, όχι μόνο για λόγους αβρότητας αλλά και γιατί θεωρώ ότι τα όσα ρητά ή υπόρρητα προκύπτουν απ’ αυτή, συνάδουν με μερικές σημαντικές παραμέτρους  της έννοιας ύλης που αναζητούμε.  Εκτιμώ λοιπόν πως η διάκριση αισθητά – νοητά που προτείνει ο Ανδρέας μπορεί  να λειτουργήσει,  όχι όμως ως καθολικό διχοτομικό σχήμα καθόσον κατά την άποψη μου δεν υπάρχουν τέτοια, αλλά ως ένα μεθοδολογικό εργαλείο για να μπορούμε να συνεννοούμαστε. Όπως θα αποσαφηνίσω παρακάτω η διάκριση αυτή μπορεί να είναι σε ένα πολυεπίπεδο μονιστικό πλαίσιο. Σε ένα τέτοιο πνεύμα είναι και η απάντηση που θα δώσω στο ερώτημα που απηύθυνε ο Ανδρέας σε μένα και στο Στέλιο [Θέση 16 αρχή β’κύκλου ] . Η απάντηση αυτή είναι απλή. Οι τρεις εκδοχές που παρουσιάζει, άσχετα αν είναι ή όχι ισοπίθανες, δεν είναι ασύμβατες ούτε και άσχετες η μια με την άλλη. Και εξηγούμαι. Εντός του πλαισίου μιας νέας έννοιας υλικότητας, η εκδοχή 1 [ ο εγκέφαλος παράγει εμπειρίες] και 3 [ όλα είναι φτιαγμένα από μια μη συμβατικά υλική ουσία] ενοποιούνται, ενώ ακόμη και η 2[μια μη συμβατικά υλική αρχή εκφράζεται μέσω της συμβατικής ύλης του εγκεφάλου] μετασχηματίζεται και απορροφάται από τις άλλες δύο. Έτσι η πρόταση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής.

Στο περιβάλλον μιας ενιαίας πολυεπίπεδης υλικής πραγματικότητας την οποία συνθέτουν μορφώματα που μπορούν να είναι αισθητά ή νοητά ανάλογα με το πλαίσιο  στο οποίο εμπεριέχονται, ο εγκέφαλος παράγει εμπειρίες αλλά και διαμορφώνεται απ’ αυτές. Και τα δύο αποτελούν μορφές μιας ενιαίας πολυδιάστατης πραγματικότητας»

Όσον αφορά  το ερώτημα του greeklish email [πως είναι δυνατό να πιστεύουμε σε κάτι που δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί] για το τι μπορεί να αποδειχθεί και τι όχι θα μιλήσουμε στα σημεία 3 και 4.

Β. Διαστρωμάτωτικότητα

Ο Θ.Καράβατος στην δεύτερη τοποθέτηση του «προτιμά να βλέπει την «υλικότητα» μέσα από τη στρωμάτωση ανόργανο-οργανικό-βιολογικό-ψυχολογικό-κοινωνικό, που επιτρέπει μερικές κρίσιμες παραδοχές οι οποίες δεν αγνοούν την εξελικτική πορεία […] αλλά αποφεύγουν τους ανεπίτρεπτους αναγωγισμούς.»

Μέσα από αυτές τις παραδοχές «βλέπει το «οργανικό» στην οργάνωση, όχι μόνο στο όργανο, και θεωρεί  ότι το «ψυχικό» δεν είναι ά-υλο αλλά υλικότατο, διακριτό πάντως από την υλικότητα των νευρωνικών κυκλωμάτων καθώς βρίσκεται ένα σκαλί παραπάνω από αυτά και απαιτεί, ως εκ τούτου, τη δική του (ψυχολογική) γλώσσα για να περιγραφεί, ανάλογα προς ό,τι, --λίγο παραπάνω-- συμβαίνει με το «κοινωνικό» ή –λίγο παρακάτω—συμβαίνει με το βιολογικό, το οργανικό, το ανόργανο.»

Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση για μια διαστρωματική έννοια υλικότητας (όπως  θα δούμε παρακάτω το περιεχόμενο του όρου στρώμα είναι περίπου το ίδιο με αυτό που  αποδίδεται στη δική μου πρόταση με τον όρο επίπεδο),  την οποία θεωρώ ως ουσιαστική βάση για διάλογο, και όπως τουλάχιστον την κατανοώ μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά ώστε να διαμορφωθεί μια νέα  προσέγγιση για τον υλιστικό μονισμό. Έχω μόνο μια επιφύλαξη-ένσταση, η οποία επειδή μπορεί να οφείλεται  σε παρανόηση  την εκφράζω υποθετικά. Αν η αναφορά σε σκαλιά εμπεριέχει αξιολογικό στοιχείο για τα διάφορα στρώματα διαμόρφωσης της ενιαίας πραγματικότητας,  τότε πιθανό να υπονοείται  πως μπορεί να διαμορφωθεί σκάλα αξιολόγησης των στρωμάτων αυτών που να υπέχει αξιώσεις καθολική αποδοχή και διαχρονικότητα, άποψη που θεωρώ πως δεν ευσταθεί.

 Θα ήθελα τέλος να διατυπώσω εδώ την  αυθόρμητη [sic] πεποίθηση μου πως μια τέτοια αναφορά, ανεξάρτητα από τις στοχεύσεις της, εκφράζει ένα  μέρος από τη δική του αυθόρμητη φιλοσοφία ως κλινικού ψυχιάτρου, μια ενδόμυχη δηλαδή τάση να τοποθετεί ψηλά στην ιεραρχία της πραγματικότητας τα  λεγόμενα ψυχικά φαινόμενα.

Γ. Μια πρόταση σύνθεσης για μια ‘ασαφή’ έννοια υλικότητας. 

Η πρόταση που θα επιχειρήσω να διατυπώσω εδώ συνοπτικά συνίσταται από κατ’ αρχήν απαντήσεις σε ερωτήματα που είχαν τεθεί από μένα στο πρώτο μέρος της τοποθέτησης:

Γιατί θα πρέπει να θεωρείται οιωνεί ως ύλη το στατικό πρότυπο της κλασσικής φυσικής ή και της σημερινής κυρίαρχης ερμηνείας της κβαντομηχανικής,   και όχι μια ευρύτερη εκδοχή υλικότητας σε ένα διεπιπεδικό, πολυμορφικό, συνθετικό πλαίσιο; Το πλαίσιο αυτό θα μπορεί να περιέχει εκτός από τις συμβατικές μορφές ύλης και όσα μορφώματα θεωρούνται προϊόντα της και προπαντός θα έχει την εγγενή ιδιότητα  να επαναπροσδιορίζεται στο διηνεκές.

Στόχος της πρότασης είναι να αποτελέσει  ένα από τα στοιχεία του προβληματισμού σε ένα νέο κύκλο σε ότι αφορά το περιεχόμενο της έννοιας της ύλης και της συνείδησης. Πιο συγκεκριμένα η υλικότητα, η έννοια με βάση την οποία είναι δυνατό  να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο για ένα πολυμορφικό υλιστικό μονισμό, θεωρώ πως πρέπει να έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

ü      Πολυεπιπεδικότητα  Εμπεριέχονται όλες οι μορφές της πραγματικότητας σε όλα τα επίπεδα δομικής και λειτουργικής πολυπλοκότητας που αυτές διαμορφώνονται. Για παράδειγμα είναι εξίσου υλικό το αίσθημα που προκαλεί ο πόνος με το χέρι που πονά και τις αιτίες που προκαλούν το ερέθισμα.

ü      Διεπιπεδικότητα. Σε κάθε ξεχωριστή οντότητα, είναι δυνατό , και σύνηθες, να διαπλέκονται στην διαμόρφωση της υπόστασης της περισσότερα του ενός επίπεδα. Για παράδειγμα  στην διαμόρφωση της υλικής έννοιας του πόνου συμμετέχουν το χέρι που πονά, ο συνδυασμός νευρικών λειτουργιών που μεταδίδει το ερέθισμα, το ίδιο το αίσθημα της δυσφορίας που προκαλείται.

ü      Ασάφεια. Όλα τα στοιχεία που διαπλέκονται για τη διαμόρφωση της υπόστασης μιας υλικής  οντότητας μπορεί να είναι αισθητά ή νοητά, ή να συνδυάζουν τις δύο ιδιότητες σε αναλογία που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με σαφήνεια και, κυρίως, δεν είναι πάντα η ίδια. Για παράδειγμα ανάλογα με τις συνθήκες της συγκυρίας, η οντότητα  πόνος μπορεί να γίνεται αντιληπτή ως σωματική- αισθητή, ως νοητή ή και ως συνδυασμός των δύο.

ü      Δυναμικότητα. Ο δυναμικός χαρακτήρας έχει διττή σημασία. Πρώτον η έννοια της υλικότητας εξελίσσεται στο χρόνο ώστε να είναι δυνατό να αφομοιώνει κάθε τι νέο,  είτε  αφορά την σύγχρονη φυσική, είτε το βιοϊατρικό πεδίο , είτε κοινωνιολογικές- φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Δεύτερον στην διαμόρφωση της έννοιας συμμετέχουν παράμετροι που έχουν δυναμική διαρκούς προσαρμοστικής μεταβολής, όπως η αναλογία αισθητού – νοητού και ο βαθμός συμμετοχής κάθε επιπέδου στη διαμόρφωση της υπόστασης μιας υλικής οντότητας.

Θα μου πείτε «όλα μέσα;»  Ναι μάλλον αυτή είναι η επιλογή. Εκτιμώ πως με αυτό τον τρόπο η πραγματικότητα εξηγείται σαν ένα ενιαίο, πολύμορφο σύμπλοκο οντοτήτων και διεργασιών, και δεν διασπάται με ιεραρχήσεις που παραπέμπουν σε οντότητες που δεν μπορεί καν να διαπιστωθεί η ύπαρξη τους, και σε διαδικασίες αλληλεπίδρασης της ύλης με αυτές που δεν μπορούν καν να περιγραφούν ως τέτοιες, πόσο μάλλον να ελεγχθούν.

Συνοψίζοντας, η  έννοια  της ύλης  δεν θεωρώ ότι χρήζει αυστηρής και προπαντός διαχρονικής και στατικής περιχαράκωσης. Απαιτείται αντίθετα να έχει δυναμικά εξελισσόμενα, ευέλικτα και προσαρμόσιμα χαρακτηριστικά. Δηλαδή μια έννοια ενοποιητική η οποία να αντικαθιστά, ως δική μας προκατάληψη, την αντίστοιχη ‘πνευματική ουσία΄ των κάθε λογής ιδεαλιστών. Μια έννοια την οποία τουλάχιστον θα μπορούμε να τη δουλεύουμε ως βάση συνεννόησης.

Σε ότι αφορά την  έννοια της συνείδησης, ομολογώ ότι με τα όσα έμαθα μέσα από το συμπόσιο,  μου έγινε πιο ασαφής, ίσως και λόγω έλλειψης τριβής περί τα νευροεπιστημονικά. Η προσπάθεια που έκανα να την οριοθετήσω μέσα από την αίσθηση πρακτικής περιέχει όπως εύστοχα παρατήρησε ο Θ.Τζαβάρας και αυθόρμητη προσωπική φιλοσοφία και αυθόρμητη προσωπική ψυχολογία, στοιχεία όμως που εγώ τα θεωρώ αναπόδραστα και αναπόσπαστα μέρη και της ίδιας της έννοιας της αίσθησης πρακτικής. Λήψη του ζητούμενου; Όχι γιατί θεωρώ πως το νόημα της συνείδησης μπορεί να αποδίδεται  από διάφορους ως    επίγνωση, αναγνώριση, ικανότητα αφηρημένου συλλογισμού, όμως  το περιεχόμενο της συμπυκνώνει όλα αυτά  μαζί, όπως αυτά εκφράζονται ως δυνάμει ή και ενεργεία δράσεις στο συγκεκριμένο πλαίσιο της συγκεκριμένης συγκυρίας. Θεωρώ λοιπόν πως η αίσθηση πρακτικής ως σύμπλεγμα από δυνατότητες που αποτυπώνει τη δυναμική που διαμορφώνουν στη συγκεκριμένη συγκυρία μια σειρά από παράγοντες που αφορούν το άτομο, τη σχέση του με το περιβάλλον και την συγκεκριμένη πρακτική, και εκφράζεται με συνδυασμό συναισθημάτων και δράσεων, δίνει συνθετικά το υλικό περιεχόμενο της  συγκεκριμένης συνείδησης.  Δεν μπορώ να αποδεχθώ κατά συνέπεια τη δυνατότητα ενός πλήρους διαχρονικού και καθολικού ορισμού για το περιεχόμενο της έννοιας για τον πρόσθετο λόγο ότι έχουμε  εγγενές πρόβλημα αυτοαναφορικότητας στην αναζήτηση του.  Αλλά δεν χρειάζεται νομίζω παρά μια απλή παραδοχή που ορθά θέτει ο Κ.Κριμπάς: από τη στιγμή που μπορούμε να συνεννοούμαστε υπάρχουν στην προσωπική σφαίρα, την  υποκειμενικότητα του καθένα, στοιχεία κοινά, που μας βοηθούν να τα βγάζουμε πέρα.

Θεωρώ λοιπόν  ότι όχι μόνο δεν μπορούμε να επιτύχουμε αυστηρή και οριστική περιχαράκωση της έννοιας της συνείδησης αλλά και δεν είναι αναγκαία μια στόχευση προς αυτή την κατεύθυνση. Η νοηματοδότηση της μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο που θέσαμε για την υλικότητα της οποίας άλλωστε αποτελεί μια από τις εκφράσεις. Ακόμη και οι διαχωρισμοί ανώτερη- κατώτερη, υποκειμενική- αντικειμενική, παρατηρητής- παρατηρούμενο σηκώνουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό πολύ νερό . Α μη τη άλλο είναι πλήρεις από προκατάληψη που πηγάζει από την επιστημοφιλική ενόρμηση του Θανάση Τζαβάρα την οποία δεν διστάζω να επικαλεστώ ως αιτία για την έλλειψη συνεννόησης που εμφανίζεται συχνά στο διάλογο ανάμεσα σε φιλοσόφους και ενεργούς επιστήμονες ιδιαίτερα του εργαστηρίου ή και της κλινικής.

3. Ο στόχος για ένα στοχαστικό πρότυπο έναντι της θεμελιωτιστικής προκατάληψης

 Έρχομαι τώρα στο θέμα του προτύπου. Οι δευτερολογίες μου ενίσχυσαν τη θέση πως αναζητούμε μάλλον ένα πλέγμα δρόμων σκέψης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Ανδρέας αναζητά για να πειστεί  ένα πλήρως συγκροτημένο παραγωγικό πρότυπο στο οποίο θα ήθελε να υπάρχουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

Κοινή εξηγητική βάση.

Επαναληψιμότητα

Διαψευσιμότητα.

Και  τα  τρία αυτά κριτήρια  αμφισβητούνται ως προς την εφαρμοσιμότητα τους για την κριτική των επιστημονικών γενικεύσεων σε κάθε πεδίο και ιδιαίτερα σε σχέση με το πρότυπο που μας απασχολεί. Συνοψίζουμε στη συνέχεια ορισμένες κριτικές σκέψεις γι’ αυτά.

Α. Κοινή εξηγητική βάση

Για τους εκπροσώπους της  φυσιοκρατικής αναγωγιστικής κατεύθυνσης, γενικά αλλά και στο συμπόσιο μας, στόχος της έρευνας πρέπει να είναι να συγκροτηθεί ένα σαφώς αιτιακό μοντέλο εξήγησης των σχέσεων του νου με τον εγκέφαλο, ένα πλήρες σύστημα με συσχετισμένους παράγοντες και αιτιακές ερμηνείες των μεταξύ τους σχέσεων συνάφειας. Μέχρι την επίτευξη του στόχου αυτού, οι κατά καιρούς διαμορφούμενες στοχαστικές  προσεγγίσεις , ήτοι κάποια πλαίσια γενικεύσεων που συνοδεύονται από εξατομικευμένες οριακές συνθήκες εφαρμοσιμότητας, αποτελούν κανονιστικά εργαλειακά υποκατάστατα, τα οποία καλύπτουν, επιφανειακά και προσωρινά, τα χάσματα στην τρέχουσα γνώση μας, ο προοδευτικός περιορισμός και η τελική εξαφάνιση των οποίων αποτελεί, για τους αναγωγιστές, στόχευση της όλης δραστηριότητας. Από την άλλη, οι θιασώτες της ολιστικής, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, προσέγγισης, παρακάμπτουν ή απορρίπτουν την δυνατότητα αιτιακής μορφής εξήγησης των φαινομένων, και αναζητούν εξηγήσεις δια μέσου αναλογικότερων τύπων συμπερασμού, όπως οι πολυεπιπεδικές συγκριτικές διαδικασίες ποιοτικού χαρακτήρα. Βέβαια, οι διαχωριστικές γραμμές τις οποίες οι ίδιοι επικαλούνται,  ανάμεσα στον αναγωγισμό και τον ολισμό ή ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον νομιναλισμό, δεν είναι στις πιο πολλές περιπτώσεις τόσο ευδιάκριτες. Έτσι διαμορφώνεται ένα συνεχές φάσμα θεωρήσεων, κοινή  των οποίων αποτελεί η επιδίωξη ανάδειξης ενός ρητού ή άρρητου κοινού υποστρώματος για την εξήγηση των σχέσεων του νου με τον εγκέφαλο. Οποιαδήποτε άλλη άποψη θεωρούν πως οδηγεί στην παγίδα του ακραίου σχετικισμού.

Το κοινό υπόστρωμα που  στηρίζει τις λογικές που βρίσκονται στη βάση των παραπάνω, είναι η πεποίθηση πως η ουσία των προτάσεων, σκέψεων, ιδεών καθώς και  η ουσία των μορφών γλωσσικής  τους έκφρασης, αυτό δηλαδή στο οποίο αποβλέπουν οι   αποφάνσεις μας  σχετικά με τα φαινόμενα, είναι
      « κάτι που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Κάτι που βρίσκεται στο
       εσωτερικό, που το βλέπουμε όταν δούμε μέσα στο πράγμα και που πρέπει η
       ανάλυση να το φέρει στην επιφάνεια.» (Wittgenstein [1953] 1977,
       παράγραφος 92).

Πρόκειται για τη θεμελιωτιστική προκατάληψη η οποία ωθεί σε ατέρμονες προσπάθειες να κατανοηθεί
     « το θεμέλιο, ή την ουσία όλων εκείνων που είναι εμπειρικά» (Wittgenstein [1953] 1977, παράγραφος 89).

Αυτό που κατά την άποψη μου δεν γίνεται κατανοητό από όσους κάνουν επιστήμη ή και φιλοσοφία  με θεμελιωτιστική αξίωση, είναι πως σε κάθε επιχείρημα που διαμορφώνεται στο πλαίσιο μιας  ανάλυσης, οι προσδοκίες πρέπει να περιορίζονται στην όσο το δυνατό καλύτερη περιγραφή των διεργασιών της καθημερινής πραγματικότητας, των πρακτικών στις οποίες αναφέρεται.

Η έρευνα μας δεν προσδοκά λοιπόν να ανακαλύψει τις ακριβείς σημασίες των εννοιών ως πλήρεις εξηγήσεις των επιμέρους φαινομένων με την απομόνωση και την μελέτη τους σε βάθος. Για κάθε συγκεκριμένο  φαινόμενο, για κάθε συγκεκριμένο φιλοσοφικό πρόβλημα,  η έρευνα

« ανασυνθέτει και  αποκαθιστά ένα πλάνο διασυνδέσεων που μοιάζει με πολύπλοκο χάρτη του  μετρό.» (Κιντή 1995, σελ. 161).

Το αποτέλεσμα είναι μια περιγραφή, η οποία αποκαθιστά μια προσωρινή τάξη ως απάντηση στο κάθε φορά επίμαχο πρόβλημα , μια περιγραφή των συσχετίσεων ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία του πεδίου, μια εποπτική παράσταση η οποία
     « υποδηλώνει τη μορφή με την οποία παρισταίνουμε τα πράγματα, τον τρόπο
       μας να τα βλέπουμε.» (Wittgenstein [1953] 1977, παράγραφος 122)

Τα στοιχεία μιας τέτοιας περιγραφής μπορούν να συγκροτήσουν ένα πλέγμα δρόμων σκέψης, ένας συνδυασμό από πρότυπα για τη σχέση του νου με τον εγκέφαλο.  απαντήσεις μπορούν να αφορούν μόνο το συγκεκριμένο πλαίσιο, στη συγκεκριμένη συγκυρία και δίνονται με βάση τις δυνατότητες, την αίσθηση πρακτικής που αυτή αποπνέει. Επ’αυτού είχα πει αρκετά στην πρώτη απάντηση και δεν θα επανέλθω.

Β. Επαναληψιμότητα

Αυτό το κριτήριο έχει να κάνει με την απαίτηση κάθε  εφαρμογή- πείραμα, διεργασία, παρατήρηση, αποδεικτική διαδικασία εν γένει- που προορίζεται να ενισχύσει ή να αποδυναμώσει τη θέση μιας γενίκευσης,  να είναι δυνατό να επαναληφθεί και να δώσει τα ίδια αποτελέσματα. Το συγκεκριμένο κριτήριο έχει την δική του ιστορία σε ότι αφορά τις φυσικές επιστήμες.. Σε αυτές  επιδιώκουμε να στήσουμε γενικεύσεις εξήγησης σε φαινόμενα τα οποία έχουμε αποκόψει από την τρέχουσα πραγματικότητα και με μια λογική ομαδοποίησης τα έχουμε καταστήσει μέλη του ‘εσωτερικού κόσμου’ κάθε πεδίου. Σε αυτή την περίπτωση και με τη λογική ότι όλες οι άλλες συνθήκες μένουν ίδιες, αναπαριστούμε τα φαινόμενα αυτά ως πειράματα και ανάλογα με τα αποτελέσματα τους κρίνουμε την εξηγητική ισχύ των γενικεύσεων μας. Στο πεδίο των φυσικών επιστημών λοιπόν, αν υποθέσουμε πως γίνεται αποδεκτή μια θετικιστική ή διαψευσιοκρατική εκδοχή για το νόημα των επιστημονικών γενικεύσεων το πράγμα φαίνεται να δουλεύει. Όπως βέβαια διαφάνηκε από τη συσχέτιση Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης από τη δεκαετία του 60 και μετά, η αντίληψη αυτή απέχει πλέον πολύ από το να είναι κυρίαρχη στους κόλπους των φιλοσόφων και ιστορικών της επιστήμης, ενώ διατηρεί ακόμη ισχυρά ερείσματα στους ενεργούς επιστήμονες για λόγους που έχουν να κάνουν, κατά την άποψη μου , με τον σκληρό πυρήνα των ιδεολογικών τους προκαταλήψεων. Υπάρχουν γι’αυτό αρκετές ερμηνείες που δεν θεωρώ πως είναι της ώρας να τις συζητήσουμε εδώ.

Οι σκέψεις αυτές με οδηγούν στη θέση πως το κριτήριο της επαναληψιμότητας έχει πλέον υπονομευθεί. Για την καλύτερη διατύπωση επικαλούμαι τον τρόπο που αυτή εκφράζεται ανάγλυφα  από τον δάσκαλο μου  Αριστείδη Μπαλτά όταν αναφέρει πως  « κατά την άσκηση της επιστημονικής πρακτικής, μόνον οι συγκεκριμένες ‘περιπτώσεις’     (instantiations), των νόμων αυτών επιδέχονται άμεσα, ceteris paridus, τιμή αληθείας. Κατά συνέπειαν , είναι μάλλον γονιμότερο να ενοήσουμε τους επιστημονικούς ‘νόμους’ ως σχέσεις μεταξύ εννοιών οιονεί νομιναλιστικού χαρακτήρα.» (Μπαλτάς 1991, σελ. 47).

Στο μέτρο που είναι έτσι τα πράγματα οι γενικεύσεις κάθε μορφής, πρότυπα, νόμοι, υποθέσεις, θεωρίες κοκ, δεν μπορούν να προτείνονται με αξίωση για καθολικά παραγωγική αποδεικτική ισχύ.  Επίσης σε κανένα επιστημονικό πεδίο δεν μπορεί να αντλείται επαναληψιμότητα από την εμπειρία των φαινομένων του ‘πραγματικού κόσμου’ τα οποία καλείται να εξηγήσει. Αν αυτό συνέβαινε δεν θα μπορούσαν να συγκροτηθούν γενικεύσεις για την εξήγηση τους καθώς κανένα τέτοιο φαινόμενο δεν έχει επαναληψιμότητα.  Αυτό που μπορεί να γίνεται στα επιστημονικά πεδία κάθε μορφής , επόμενα και στις νευροεπιστήμες,  είναι να συγκροτούνται σχέσεις εννοιών, οντοτήτων, διεργασιών με εξηγητική στόχευση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δηλαδή οιονεί επαγωγικές στην υφή της αποδεικτικότητας, ή, ορθότερα, της καταδεικτικότητας τους.

Γ. Διαψευσιμότητα.

Η Διαψευσιμότητα εισήχθη συστηματικά ως κριτήριο από τον Popper [1968,1969] σύμφωνα με τον οποίο, μια επιστημονική γενίκευση έχει πληροφοριακό περιεχόμενο μόνο όταν είναι διαψεύσιμη δηλαδή όταν υπάρχει  η λογική δυνατότητα να διαψευστεί από μια ή περισσότερες παραρατηρησιακές αποφάνσεις. Είναι μάλιστα τόσο πιο έγκυρη όσο πιο ανοιχτοί είναι σε διάψευση  οι ισχυρισμοί που περιέχει και τόσο πιο ισχυρή, όσο πιο ανθεκτική είναι  σε απόπειρες διάψευσης.

Η διαψευσιοκρατική αντίληψη έχει μια σειρά από προβλήματα στα οποία δέχεται έντονη κριτική. Τα περισσότερα είναι απόρροια του γεγονότος  ότι υιοθετείται ως αποδεικτική βάση διάψευσης μια παρατηρησιακή απόφανση. Οι παρατηρησιακές αποφάνσεις, δηλαδή τα τεκμήρια που προκύπτουν από εμπειρικές παρατηρήσεις,  έχουν δύο εγγενείς και αλληλένδετες αδυναμίες

α. δεν είναι θεωρητικά ουδέτερες, εμπεριέχουν δηλαδή το θεωρητικό αλλά και φιλοσοφικό υπόβαθρο πεποιθήσεων του παρατηρητή. Κατά συνέπεια  ως επιχειρήματα διάψευσης δεν έχουν καθολική και ανεπιφύλακτη αποδοχή από την κοινότητα

β.  Ως  επακόλουθο και του θεωρητικού εμποτισμού, αλλά και των υπαρκτών αδυναμιών της ίδιας της διαδικασίας παρατήρησης, και οι ίδιες οι παρατηρησιακές αποφάνσεις επιδέχονται διάψευση επομένως είναι δυνατό να αποδειχθεί πως η διάψευση μιας γενίκευσης με βάση αυτές ήταν λανθασμένη.

Συνεπώς,  δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί με ακλόνητο τρόπο η διάψευση μιας θεωρίας λόγω μιας εσφαλμένης πρόβλεψης σε σύγκριση με παρατηρησιακές αποφάνσεις, καθώς δεν μπορεί να ελεγχθεί αν για το σφάλμα ευθύνεται η ίδια η γενίκευση ή κάποιο από τα στοιχεία της διαδικασίας ελέγχου. Δηλαδή πρακτικά ποτέ δεν μπορεί να κριθεί μια γενίκευση οριστικά ψευδής.

Όλα αυτά που επιγραμματικά παρατίθενται εδώ, αναφέρονται στις αδυναμίες της διαψευσιμότητας ως κριτηρίου για κάθε επιστημονική γενίκευση. Θεωρώ πως ισχύουν και για το πρότυπο μας και μάλιστα με κάποια ιδιαίτερη έμφαση. Αναρωτιέμαι πράγματι αν υπάρχουν ισχυρές αποδεικτικά παρατηρησιακές αποφάνσεις οι οποίες να απορρίψουν οριστικά ένα προτεινόμενο πρότυπο για τη σχέση νου και εγκεφάλου, κατά τρόπο μη αποδεχόμενο αμφισβήτηση από το σύνολο, ή έστω μια ισχυρή πλειοψηφία, των μελών της κοινότητας, με δεδομένο κυρίως τον  ιδιαίτερο, κατά την άποψη μου, θεωρητικό και δη ιδεολογικό εμποτισμό κάθε απόφανσης που προορίζεται να εμπλακεί στην σχετική αποδεικτική διαδικασία. Τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως οι διαδικασίες με τις οποίες ένα πρότυπο συγκροτείται, ελέγχεται και αξιολογείται εμπεριέχουν εγγενώς ιδεολογική φόρτιση τους εξέθεσα στο πρώτο μέρος και δεν θεωρώ σκόπιμο να τους επαναλάβω εδώ.

Συμπερασματικά, δεν μπορεί η διαψευσιμότητα να είναι ισχυρό κριτήριο αξιολόγησης ενός προτύπου για τη σχέση του νου με τον εγκέφαλο

4.Το Πιθανοκρατικό Παράδειγμα έναντι της προκατάληψης της βεβαιότητας

  Η εντύπωση που προκαλούν οι ιδέες που εκτίθενται παραπάνω, είναι πως αποτελούν προσπάθεια απεμπλοκής   από  την, κατά τα άλλα επιστημολογικά βολική, προοπτική  του ακραίου σχετικισμού.  Μια τέτοια εντύπωση είναι δικαιολογημένη αν συνδυάσει κανείς τις ιδέες αυτές με την εκφρασμένη πεποίθηση πως η ουσία του προτύπου  δεν είναι να αποκαλυφθεί μια κάποια κοινή βαθιά διαπλοκή, η οποία αποτελεί ένα οιονεί ανέφικτο, κατά συνέπεια στερούμενο νοήματος,  στόχο μιας μεταθεωρητικής ανάλυσης.

 Η  εικόνα του προτύπου , η οποία διαμορφώνεται ως χρηστική σε ένα περιβάλλον όπως αυτό που σκιαγραφήθηκε , δεν μπορεί
α) να αναζητείται σε μορφώματα που στοχεύουν σε  πλήρη και σαφή εξήγηση όλων των διεργασιών που πιστεύει  ο κάθε μελετητής πως υποδηλώνονται με την εκδήλωση του. Μια τέτοιας μορφής εξήγηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί, είτε σε αναγωγιστική αιτιοκρατική, είτε σε ολιστική διεπιπεδική βάση.
β) να καλύπτει με ένα ενιαίο, καθολικό και διαχρονικό προσδιοριστικό πλαίσιο όλες τις περιπτώσεις που υπέχουν αξίωση να καλύπτονται από αυτήν.

γ)  να αποτελεί μέρος μιας ερευνητικής διαδικασίας που στοχεύει να παράγει γνωσιακά αποτελέσματα για τη σχέση νου – εγκεφάλου που διακρίνονται από απόλυτη  βεβαιότητα

Συμφωνώ με τον Αντώνη Μοσχοβάκη  ότι η έρευνα στις επιστήμες ούτε μπορεί, ούτε είναι αναγκαίο να κατευθύνεται σε τέτοιους στόχους. Η διαφωνία μας με τον Αντώνη  έγκειται περισσότερο στη λειτουργία και την ανταπόκριση που θέλουμε να έχει αυτό ή αυτά που ψάχνουμε. Αν θέλουμε να τα περιορίσουμε στο επίπεδο της απόδοσης που έχουν στην κινητική θεωρία των αερίων, ή εν γένει στις πειραματικές φυσικές επιστήμες,  τότε απλά λέμε πως μπορούν να αποτελέσουν κάτι ανάλογο με αυτό που κάνουν οι νόμοι, οι εξισώσεις, οι θεωρίες σε αυτές τις επιστήμες.

Σε αυτή την περίπτωση θα αναζητήσουμε, και έχουμε καλές πιθανότητες να βρούμε, μια αναπαράσταση της σχέσης νου και εγκεφάλου που αντιστοιχεί στην πραγματικότητα όσο αντιστοιχούν οι γενικεύσεις της φυσικής στην πραγματικότητα του φυσικού κόσμου: «όταν όλα τα άλλα μένουν ίδια, τότε……».  

Όμως αν απαιτούμε εξατομικευμένη κλινική εφαρμογή στον  κόσμο της καθημερινά βιούμενης ρέουσας πραγματικότητας, αυτό που η Ελένη Σαββάκη ονομάζει υποκειμενική άποψη της εμπειρίας, η Ειρήνη υποκειμενική εμπειρία πρώτου προσώπου, ο Αντώνης εσωτερικό κομμάτι της συνείδησης,  τότε πρέπει να δουλέψουμε μέσα σε ένα νέο ‘Παράδειγμα’ Ένα νέο τρόπο να γίνεται έρευνα που να μην δεσμεύεται με την προκατάληψη πως  στόχος της επιστημονικής και φιλοσοφικής δράσης είναι η βέβαιη γνώση. Μια προκατάληψη η οποία μπορεί να έδωσε σε παλαιότερες εποχές κάποια επιτεύγματα αλλά στη σύγχρονη πραγματικότητα  πιστεύω πως αποτελεί φραγμό. Ποια μπορεί να είναι τα χαρακτηριστικά του νέου αυτού Παραδείγματος; 

Οι Bursztajn et al το χαρακτήρισαν κάπως τεχνοκρατικά ως Πιθανοκρατικό και περιέγραψαν κάποια στοιχεία που αφορούν τους επιστήμονες που εργάζονται στο πλαίσιο του και συνοψίζονται στα εξής:

      i.        «Πρέπει να είναι ενήμεροι για το πλαίσιο αβεβαιότητας που περιβάλλει τον πειραματισμό και να έχουν αμφιβολία και σκεπτικισμό

     ii.        Πρέπει να έχουν επίγνωση του γεγονότος πως κανείς δεν μπορεί να πειραματιστεί χωρίς να επιδράσει στο αντικείμενο του πειραματισμού του.

   iii.        Σε ένα πιθανοκρατικό κόσμο δεν επιτυγχάνει κάθε δοκιμή. Μια υπόθεση δεν επιβεβαιώνεται από κάθε δεδομένο. Ακόμα μάλιστα και αν αυτό γίνει, δεν είναι τελείως ξεκάθαρο τι επιβεβαιώνεται[…] Όταν λοιπόν υπάρχει αμφιβολία, πρέπει κάποιος να είναι προετοιμασμένος να δώσει το πλεονέκτημα της αμφιβολίας- στη φύση, στην υπόθεση του, στον εαυτό του ως πειραματιστή.» (Bursztajn et al. 1990, σελ. 38).

Η επιστήμη δεν διεξάγεται σε ένα πεδίο ανεξέλεκτου χάους. Για να μπορεί να έχει νόημα απαιτείται ένα υπόβαθρο τάξης προς αναζήτηση, περί της ύπαρξης του οποίου ο επιστήμονας πρέπει να έχει συνειδητή πεποίθηση. Κατά συνέπεια
     « ένας αβέβαιος κόσμος δεν είναι ένας χαοτικός κόσμος. Μερικά
         πράγματα είναι πιο πιθανά από άλλα» (
Bursztajn et al. 1990, σελ. 38).

Δουλειά του επιστήμονα είναι να τα ανακαλύψει, ή τουλάχιστον να προτείνει τους προσφορότερους τρόπους προσέγγισης προς αυτά

Η δική μου άποψη αφορά μια ευρύτερη Πλαισιακή αντίληψη στην οποία η Πιθανοκρατική προσέγγιση αποτελεί  μία από τις όψεις. Οι άλλες συνοψίζονται στην διαπίστωση που κάνω στην πρώτη τοποθέτηση πως η ανθρώπινη δραστηριότητα ξετυλίγεται ως ένα σύμπλεγμα από πρακτικές. Κάθε μια από τις πρακτικές αυτές διαμορφώνει τη δική της ταυτότητα ως αποτέλεσμα ενός μοναδικού συνδυασμού ιδιαιτεροτήτων που καθορίζουν την εξέλιξη της συγκροτώντας ιδιαίτερα πλαίσια πρακτικής εντός των οποίων διαμορφώνεται ένας μοναδικός και ανεπανάληπτος συνδυασμός από αισθήσεις πρακτικής.  Είναι όμως δυνατό, εκτός από τις φανερές διαφορές, να επισημανθούν ανάμεσα στις πρακτικές ορισμένες χαρακτηριστικές ομοιότητες και συνέχειες, με βάση τις οποίες να μπορούν να ομαδοποιηθούν σε μικρότερα συμπλέγματα – πεδία. Σε κάθε πεδίο υπάρχουν επιμέρους ομαδοποιήσεις ενώ είναι δυνατό να διαπιστωθούν συνέχειες και ομοιότητες και ανάμεσα στα πεδία.

Οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι στην έρευνα μας πρέπει να  έχουμε  πλήρη επίγνωση της ελλειματικότητας των αποτελεσμάτων μας και να επιδιώκουμε απλά  να περιορίζουμε την αβεβαιότητα και να επιτυγχάνουμε το μέγιστο για κάθε πλαίσιο επίπεδο αρμοστικότητας.

 Στο πρόβλημα λοιπόν της σχέσης του νου με τον εγκέφαλο,  νομίζω πως τα μοντέλα γενικευμένης αναγωγής – αντικατάστασης σε σύμπλοκες δυναμικές μορφές συνδυαζόμενα με την αναζήτηση θεωριών μέσης εμβέλειας πολυτυπικού χαρακτήρα βασισμένες σε οντότητες που συγκροτουν ασαφή σύνολα μας βάζουν σε ένα δρόμο που συνάδει με τα χαρακτηριστικά του νέου Παραδείγματος που τείνει να διαμορφωθεί. Μπορούν οι νευροεπιστήμονες να αναζητήσουν σε κάποιες περιπτώσεις νευρωνικά κυκλώματα, σε άλλες σύνολα μορίων, ή ακόμη και συστήματα διεπιπεδικά, που θα μπορεί κάθε στοιχείο να ανήκει σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε ένα από αυτά και οι αιτιακές διαδρομές να αποτελούν ένα πλέγμα δρόμων που να δίνει την καλύτερη κατά περίπτωση εξηγητικη ισχύ.

Τέλος θα ήθελα να πω πως την αναγκαιότητα μιας Παραδειγματικής μετατόπισης μας την υποδεικνύει και η ψυχανάλυση, η οποία αντιμετωπίζοντας την ενικότητα της ανθρώπινης υπόστασης, έβαλε το δάκτυλο επί τον τύπον των ύλων όταν μας λέει πως αυτή η ενικότητα έχει ένα δομημένο ασυνείδητο. Άσχετα από τις διαμάχες για το περιεχόμενο, τη λειτουργία και τις συμπαραδηλώσεις της δομής αυτής ένα είναι το σίγουρο. Πως η παραδοχή αυτή καθιστά έντονα προβληματική  την παραγωγική συστηματοποίηση τύπου Hempel , Nagel,  και μας θέτει το ζήτημα να αναζητήσουμε μορφές προτύπων που τουλάχιστον να μην αγνοούν την ύπαρξη του ασυνειδήτου αυτού και τις συνέπειες που προκύπτουν.

 

Αναφορές

BURSZTAIN et al «Medical choises, Medical chances» Rouledge NY London, 1990

KΙΝΤΗ Β. « Kuhn & Wittgenstein. Φιλοσοφική Έρευνα της Δομής των Επιστημονικών Επαναστάσεων»  Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1995

MΠΑΛΤΑΣ Α. «Πρόταση για τη συγκρότηση της έννοιας ‘επιστήμη’.» Λόγου Χάριν Άνοιξη   1991 σελ. 37-71.

WITTGENSTEIN L. “ Φιλοσοφικές Έρευνες” μετάφραση Π. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ 

Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ ΑΘΗΝΑ 1977

 

 

 

SECOND RESPONSE
Panagiotis Pefanis

[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]