[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]
|
ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΛΕΝΗ ΣΑΒΒΑΚΗ Τελειώνοντας την πρώτη μου απάντηση, διατύπωσα το ερώτημα μήπως "είναι απαραίτητο να καταρτίσουμε έναν κατάλογο των ιδιοτήτων της συνείδησης; " Η κατασκευή ενός καταλόγου ιδιοτήτων της συνείδησης πίστευα ότι θα έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στην κουβέντα μας, όμως το προκείμενο πρόβλημα ήταν ο ορισμός των αναγκαίων κριτηρίων: "Αν αποφασίσουμε ότι η γλώσσα είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό, τότε μόνο οι άνθρωποι έχουν συνείδηση.... Αν δεχθούμε ότι το αναγκαίο χαρακτηριστικό είναι ο κύκλος της ζωής και του θανάτου, τότε και οι τουλίπες επιδεικνύουν συνείδηση." Μετά την τελευταία συνάντησή μας στο Ξυλόκαστρο, αλλά και αφού διάβασα τις απολαυστικές δευτερολογίες του Αντρέα και του Αντώνη, εξακολουθούσα να έχω την εντύπωση ότι το βασικότερο πρόβλημα επικοινωνίας μας εντοπίζεται στην έλλειψη κοινής εννοιακής αναφοράς σχετικά με τον όρο 'συνείδηση'. Αν δεν πρόκειται για απλή ιδεοληψία μου, και αν ισχύει ότι η έννοια 'συνείδηση' δηλ. το κεντρικό θέμα που διαπραγματευόμαστε έχει διαφορετικό περιεχόμενο για καθένα από τους συνομιλητές, τότε ο ιστότοπος του συμποσίου μας πρέπει να θυμίζει Πύργο Βαβέλ.
Α. Προσπάθεια αναγνώρισης κριτηρίων 'συνείδησης' μέσα από την εξέλιξη της συμπεριφοράς. Η άποψη του Spencer από το1855 ήταν ότι "θα καταλάβουμε το νου μελετώντας την εξέλιξή του". Ας δούμε εάν μια τέτοια περιπέτεια μπορεί να μας διαφωτίσει σχετικά με το περιεχόμενο της συνείδησης. Η γνωσιακή ηθολογία μελετάει γνωσιακά/νοητικά (cognitive) φαινόμενα στα διάφορα βιολογικά είδη. Το εύρος των υπό μελέτη φαινομένων καλύπτει τη συνείδηση και τα συναιθήματα. Θεώρησα ότι παίρνοντας υπόψη μας ένα ευρύ φάσμα βιολογικών ειδών, όπως έκανε ένας από τους πατέρες της ηθολογίας ο Konrad Lorenz, θα μπορούσαμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα σχετικά με την ανάδυση και εξέλιξη των νοητικών φαινομένων και της συνείδησης. Βέβαια ο Lorenz ισχυρίζεται ότι τα νοητικά φαινόμενα αντανακλούν ποιοτικές μάλλον παρά ποσοτικές διαφορές, σε αντίθεση με την κλασική Δαρβινική άποψη ότι ο ανθρώπινος νούς διαφέρει απο το νού των ζώων "μόνο σε βαθμό και όχι σε είδος". Δυστυχώς η φυλογενετική μελέτη της συμπεριφοράς και των νοητικών φαινομένων παρήκμασε, ενώ οι περισσότεροι νευροεπιστήμονες παρέμειναν οπαδοί της Δαρβινικής άποψης περί εξέλιξης της συμπεριφοράς. Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο αναγωγισμός δεν αποτελεί τη μόνη μας ελπίδα να καταλάβουμε τον ανθρώπινο νού, αλλά ας δούμε αν μπορούμε να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά νοητικών φαινομένων σε βιολογικούς μας 'προγόνους' και αν μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε κάποια κριτήρια συνείδησης με βάση την ανάδυσή τους στην κλίμακα της εξέλιξης. Ο Lorenz ισχυρίζεται ότι η μάθηση είναι ένας βασικός τρόπος αντιμετώπισης ενός απρόβλεπτου περιβάλοντος, που οδηγεί σε προσαρμοστικές μεταβολές της συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια, μήπως η διαδικασία της μάθησης ενέχει πάντοτε νοητική επεξεργασία γνωσιακών στοιχείων, και θα μπορούσε να μας βοηθήσει στο φυλογενετικό εντοπισμό ανάδυσης της νόησης; Αυτό δεν είναι καθόλου προφανές, αν αναλογιστούμε ότι στο χώρο της μάθησης συγκαταλέγεται ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών, από την εξοικείωση και τη συνειρμική μάθηση σε ασπόνδυλα, έως την εδραίωση θεωρητικών ενοιών και την εκμάθηση ομιλίας στα πρωτεύοντα. Μήπως μπορούμε να απομονώσουμε τα φαινόμενα μάθησης που περιλαμβάνουν νοητική επεξεργασία γνωσιακών πληροφοριών; Εάν αποφασίσουμε ότι η νόηση χαρακτηρίζεται από έκδηλη αναπαράσταση απόντων ερεθισμάτων (Terrace), τότε η μέλισσα είναι νοήμον έντομο, διότι με το χορό της αναπαριστά με ακρίβεια τον απόντα τόπο τροφής. Αυτό όμως θα ήταν εξίσου αυθαίρετο με το να αποφασίσουμε ότι η νόηση χαρακτηρίζεται από αποφαντική (δηλωτική) και όχι από τελεστική (άδηλη) γνώση (McFarland). Με άλλα λόγια, ότι σε όλο το ζωϊκό βασίλειο μόνον ο άνθρωπος, που έχει την ικανότητα προτασιακής διατύπωσης των σκέψεών του, είναι νοήμων. Φυσικά, αυτή θα ήταν μια εύκολη λύση εάν δεν είχαμε καταλήξει στον πρώτο κύκλο του συμποσίου μας (και δεν θυμάμαι να αντέταξε κανένας επιχειρήματα στα 3 δικά μου) ότι η γλώσσα δεν είναι απαραίτητη για τη δημιουργία εννοιών και για την κατοχή συνείδησης (κύτταξε μέρος της 1ης απάντησής μου με υπότιτλο "συνείδηση και λεκτική ανακοίνωση"). Και πράγματι, ποιός θα αμφιβητούσε ότι η εκ μαθήσεως συμπεριφορά του χιμπατζή, (1) να ψαρεύει μυρμήγκια από μέσα από τις φωλιές τους χρησιμοποιώντας μακρυά λεπτά ξυλάκια που κατασκεύασε ο ίδιος, ή (2) να ξεχωρίζει το κριθάρι από την άμμο ρίχνοντας το μείγμα στο νερό και επιλέγοντας ό,τι επιπλέει, εμπλέκει νοητική επεξεργασία γνωσιακών πληροφοριών. Ποιός θα αμφισβητούσε ότι αυτή η συμπεριφορά του χιμπατζή είναι συνειδητή; Καταλήγοντας με τα ως άνω δεδομένα θα έλεγα ότι, δεν είναι κάποιας μορφής συμπεριφορά που ανέδειξε πότε αναδύθηκε η νοητική επεξεργασία γνωσιακών στοιχείων στη βιολογική κλίμακα, αλλά κάποια αυθαίρετα (και κατά συνέπεια μή κοινώς αποδεκτά) κριτήρια που ενίοτε υπέδειξαν επιστήμονες ως χαρακτηριστικά των όρων 'νόηση', 'νοητική διαδικασία' 'νοήμον υποκείμενο' και 'συνειδητή συμπεριφορά'. Στη δεκαετία του 1980, κυριάρχησε η άποψη της σπονδυλωτής (modular) νόησης, με ειδικές ποιότητες ή χώρους νόησης (domains) που καθορίζονται από κανόνες διεργασίας του τύπου, πού, πότε και πώς. Οι εν λόγω ποιότητες νόησης θεωρούνται εγγενείς και έχουν διακριτά νευρωνικά υποστρώματα, τα οποία δουλεύουν σχετικά απομονωμένα και είναι αδιαπέρατα από πληροφορίες άλλων ποιοτήτων (Fodor). Προφανώς, συνυπεύθυνη στη δημιουργία αυτής της άποψης υπήρξε η γενική βιολογική αρχή ότι ειδικά εγκεφαλικά συστήματα εξειδικεύονται σε ειδικές λειτουργίες, και ότι ακόμη και στο εσωτερικό ενός εξειδικευμένου συστήματος (όπως είναι το οπτικό) οι διάφορες υπολειτουργίες (αντίληψη σχήματος, χρώματος, κίνησης) παραμένουν ανατομικά και λειτουργικά διακριτές. Στο πλαίσιο της σπονδυλωτής νόησης, μελετήθηκαν ζωϊκές συμπεριφορές που ενέχουν επεξεργασία χωρικής πληροφορίας. Το μυρμήγκι της ερήμου επεξεργάζεται πληροφορίες χωρικών σχέσεων προκειμένου να οδηγηθεί κατ' ευθείαν στη φωλιά του. Χρησιμοποιεί ηλιακή πυξίδα για να καταγράφει διαρκώς σύστοιχα της κατεύθυνσης προς, και της απόστασης από το σπίτι του. Τα περιστέρια χρησιμοποιούν οριοθετήσεις (σημάδια στο χώρο) για να υπολογίσουν το σημείο εκκίνησής τους. Ο υπολογισμός συνίσταται σε πρόσθεση, αφαίρεση ή/και εξαγωγή μέσου όρου ανυσμάτων τα οποία αντιλαμβάνονται ανά πάσα στιγμή ή/και θυμούνται. Δεδομένου ότι ένας αρουραίος και ένα αποπροσανατολισμένο νήπιο μετακινούνται τοίχο-τοίχο και από γωνιά σε γωνιά (δημοσιευμένη διαπίστωση), και δεδομένου ότι ενός γαϊδάρου καθώς και η δική μου προτίμηση για επεξεργασία χωρικής πληροφορίας είναι η χρήση της πεπατημένης οδού που οδηγεί από τη δουλειά στο σπίτι χωρίς παρεκκλίσεις, θα έλεγα ότι δεν μας συμφέρει να χρησιμοποιήσουμε την ικανότητα επεξεργασίας πληροφορίας χωρικών σχέσεων για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικών με την εμφάνιση νόησης στη βιολογική κλίμακα. Εδώ βέβαια, μας διευκολύνει η θεώρηση μιας πρωτοποριακής άποψης περί ανθρώπινης νόησης (Mithen), που λέει ότι το σπονδυλωτό της νόησης παρακμάζει κατά τη φυλογενετική εξέλιξη, επιτρέποντας καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων 'ειδικών' νοητικών χώρων (ή ποιοτήτων) στα ανώτερα είδη. Θα μου πείτε γιατί αυτό μας διευκολύνει; Διότι η κατάργηση των στεγανών μεταξύ χώρων νόησης, δυνητικά, εναρμονίζει αντικρουόμενες αποφάσεις από διαφορετικούς χώρους νόησης του υποκειμένου. Ετσι, θα μπορούσαμε ακόμα και να ορίσουμε το βαθμό συνείδησης με βάση αυτή την αλληλεπίδραση στοιχείων από τους διάφορους, περισσότερο ή λιγότερο'στεγανούς', χώρους νόησης. Οσο πιο στεγανοί οι επιμέρους χώροι νόησης, τόσο λιγότερη συνείδηση θα μπορούσε να χαρακτηρίζει το υποκείμενο. Οσο λιγότερο στεγανοί οι χώροι του σπονδυλωτού συστήματος νόησης, τόσο περισσότερη συνείδηση θα μπορούσε να διαθέτει το άτομο. Ελπίζω να γίνεται προφανές ότι όλες αυτές οι θεωρίες βασίζονται λιγότερο σε παρατηρήσεις στο χώρο της εξελικτικής ψυχολογίας και ηθολογίας, και περισότερο σε αυθαίρετους αν και λογικοφανείς συλλογισμούς. Χωρίς καμμία προκατάληψη, πάμε για άλλα κριτήρια νοήμονος συμπεριφοράς και συνείδησης. Η διαδικασία διάκρισης χαρακτήρων των φαινομένων (ερεθισμάτων, αντικειμένων και γεγονότων στο περιβάλλον) και κατηγοριοποίησής τους θεωρείται βασική νοητική ικανότητα. Απαιτεί νοητική αναπαράσταση των υπο σύγκριση φαινομένων και αναλυτική συσχέτιση των επιμέρους χαρακτηριστικών τους. Ηδη τα περιστέρια είναι ικανά να κατηγοριοποιούν εικόνες φυσικών αντικειμένων και τεχνητών σκηνών, όπως είναι οι πίνακες των ιμπρεσιονιστών και των κυβιστών (Watanabe). Η δημιουργία νοητικών χαρτών και αναπαραστάσεων των στοιχείων του εξωπροσωπικού χώρου είναι σταθμός στην εξέλιξη της δυνατότητας επεξεργασίας γνωσιακών δεδομένων. Θεωρείται ότι νοητικές αναπαραστάσεις στοιχείων του εξωπροσωπικού χώρου κατασκευάζονται από το υποκείμενο κατά τη διάρκεια εξερεύνησης, μάθησης, αλλά και σε οποιαδήποτε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Κατά συνέπεια, μοιάζει ότι οι νοητικές λειτουργίες εμφανίζονται αρκετά χαμηλά στη βιολογική κλίμακα, εκεί όπου η ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να αναγνωρίσει ίχνη συνείδησης. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί επιστήμονες (Clayton, Heinrich, Humphrey, Macphail) διαχώρισαν τις νοητικές λειτουργίες σε συνειδητές και ασυνείδητες. Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν νοητικά φαινόμενα έξω από τη συνείδηση; Και εφόσον η απάντηση είναι καταφατική τότε τίθεται το ερώτημα, ποιά λειτουργία να διαλέξουμε απο το νοητικό περιβόλι ως ενδεικτικό στοιχείο ύπαρξης συνείδησης; Την κατηγοριοποίηση φαινομένων βάσει σχήματος προτύπων, βάσει επιφανειακών κοινών χαρακτηριστικών ή βάσει λειτουργίας; Τη δημιουργία γνωσιακών χαρτών και νοητικών αναπαραστάσεων του πού πώς και πότε, την αναγνώριση εαυτού στον καθρέφτη, την ικανότητα σκόπιμης δράσης, τη δυνατότητα χρήσης εργαλείων, την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, την ικανότητα αντίληψης εννοιών, την ικανότητα γενίκευσης, την αφαιρετική ικανότητα, την αναγνώριση αιτιότητας, την αντίληψη σκοπιμότητας, την ύπαρξη θεωρίας νού, την ενδοσκόπηση, το βαθμό κοινωνικής ευφυίας τη διατύπωση δομημένης σκέψης...; Η ικανότητα σκόπιμης δράσης απαιτεί συνεξέλιξη της αναπαράστασης σκοπιμότητας και της συναισθηματικής εμπειρίας που λειτουργεί ως κίνητρο. Και θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η σκόπιμη δράση αποτελεί βασικό στοιχείο της συνειδητής συμπεριφοράς, με άλλα λόγια ότι η συνείδηση αρχίζει εκεί όπου η αναπαράσταση σκοπιμότητας μπορεί να συνδυαστεί με συναισθηματική εμπειρία, ή εκεί που η νόηση συναντά το συναίσθημα. Ομως οι αρουραίοι επιδεικνύουν χαρακτηριστικά συνδυασμού αναπαράστασης σκοπιμότητας και ηδονικής απόκρισης. Αρα οι αρουραίοι διαθέτουν συνείδηση (Baleine and Dickinson ). Η ικανότητα ανάγνωσης της σκέψης άλλων υποκειμένων θεωρήθηκε βασικό στοιχείο επιλογής για την κοινωνική ευφυία (Humphrey). Η μετάβαση από απλή 'ανάγνωση της συμπεριφοράς' σε 'ανάγνωση της σκέψης' θεωρείται ότι έγινε κατά την εξέλιξη των μεγάλων πιθήκων (great apes). Τα ζώα που έχουν την ικανότητα ανάγνωσης της σκέψης άλλων, δεν χρησιμοποιούν απλά και μόνο τη διαδικασία της αναπαράστασης, αλλά και της μετα-αναπαράστασης (Sterenly). Εχουν την ικανότητα να προβλέπουν τις ενέργειες των άλλων και να χρησιμοποιούν άλλα άτομα ως πηγές άντλησης πληροφοριών (διαβάζοντας τα κίνητρα και ενδιαφέροντά τους). Ενα υποκείμενο που διαθέτει ''θεωρία νου' αναγνωρίζει ότι οι νοητικές καταστάσεις είναι το αίτιο γένεσης της συμπεριφοράς (Heyes). Οι πίθηκοι bonobos, για παράδειγμα, προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους βάσει των ψυχολογικών καταστάσεων των συντρόφων τους. Η ύπαρξη θεωρίας νου ξεχωρίζει τους μεγάλους πιθήκους και τους ανθρώπους από τα υπόλοιπα πρωτεύοντα ισχυρίζεται o Dunbar, αν και άλλοι επιστήμονες ενίστανται ότι δεν υπάρχει απόδειξη ότι οι μεγάλοι πίθηκοι διαθέτουν θεωρία νου (Heys, Tomasello and Call). Θεωρία νου αποκτούν παιδιά περίπου 4 ετών, όταν μπορούν πλέον να ξεχωρίσουν τη δική τους γνώση (για παράδειγμα ότι το κουτί από καραμέλες που πριν λίγο άνοιξαν περιέχει μολύβια και όχι καραμέλες) από τη γνώση ενός άλλου ατόμου (που δεν έχει ανοίξει το εν λόγω κουτί και λανθασμένα πιστεύει ότι περιέχει ό,τι αναπαριστά δηλ. καραμέλες), και μπορούν να είναι ενήμερα ότι το άλλο άτομο έχει λανθασμένη πίστη. Στα πτηνά έχουν συνεξελιχθεί η ικανότητα εκμάθησης και μεταβίβασης κοινωνικών στοιχείων και η ικανότητα νεωτερισμού σε συμπεριφορές διατροφής (Lefebvre), χαρακτηριστικά στοιχεία κοινωνικής εξελιξιμότητας. Από την άλλη μεριά, ο Tomasello προτείνει ότι μόνο ένα είδος μάθησης υποστηρίζει την κοινωνική εξέλιξη, η απομίμηση εκ προθέσεως, η οποία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Αλλοι ισχυρίζονται ότι στην κοινωνική εξέλιξη βοηθάει η απομίμηση που βασίζεται σε θεωρία νου, δηλαδή σε δυνατότητα συναγωγής της νοητικής κατάστασης πίσω από τη συμπεριφορά προς μίμηση (Richerson and Boyd), ενώ ο Heyes πιστεύει ότι δεν είναι απαραίτητη η απόδοση πρόθεσης κατά την απομίμηση που οδηγεί σε κοινωνική εξέλιξη. Η κοινωνική ευφυία θεωρείται ίδιον όλων των πρωτευόντων (Byrne and Whiten) τα οποία χαρακτηρίζει η ικανότητα της απομίμησης και του νεωτερισμού, στοιχεία απαραίτητα για την κοινωνική εξέλιξη. Δύο νοητικές ικανότητες ξεχωρίζουν τους μεγάλους πιθήκους και ανθρώπους από τα υπόλοιπα πρωτεύοντα: (1) η ικανότητα της αντίληψης αιτιότητας, και (2) η ικανότητα της νοητικής δοκιμής. Μία μελέτη αντίληψης αιτιότητας έγινε με προβολή εικόνων: (1) ένα άτομο σπρώχνει ένα άλλο που κάθεται, και ως συνέπεια το δεύτερο άτομο πέφτει από την καρέκλα του, και (2) το καθιστό άτομο πέφτει από την καρέκλα του χωρίς να το ακουμπήσει ο άλλος. Το συμπέρασμα αυτής της μελέτης ήταν ότι ο χιμπατζής έχει διαισθητική αντίληψη αιτιότητας σε αντίθεση με τη μαϊμού. Η νοητική δοκιμή (mental rehearsal) είναι πολύτιμη ικανότητα. Ο άνθρωπος περνάει πολύ από το χρόνο του εκτιμώντας μελλοντικές δράσεις, δοκιμάζοντάς τις νοητικά και υπολογίζοντας τις συνέπειές τους, και στη συνέχεια εκτιμώντας εναλλακτικές δράσεις. Ο χρόνος επίλυσής ενός puzzle μειώνεται από χιμπατζήδες, ουρακοτάγκους και παιδιά (δεν έγινε έλεγχος για μαϊμούδες) εφόσον τους δοθεί η δυνατότητα να σκεφτούν τη λύση εκ των προτέρων (να δούν το puzzle πριν το αγγίξουν). Κατά συνέπεια, δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και οι μεγάλοι πίθηκοι, που διαθέτουν τις ικανότητες αντίληψης αιτιότητας και νοητικής δοκιμής. Ο χιμπατζής Sultan επέδειξε την ικανότητα κατασκεύης μιάς αιτιακής αλυσίδας. Τράβηξε ένα μακρύ ξύλο με τη βοήθεια ενός βραχύτερου που ήταν κοντά του, και αφού ένωσε τα δύο, χρησιμοποίησε αυτό το μακρύτερο ξύλο που κατασκεύασε ο ίδιος ώστε να πιάσει τροφή που αλλιώς δεν έφτανε (Kohler). Επίσης, ο χιμπατζής Sherman, ο οποίος μπορούσε να δεί την τροφή χωρίς να την φτάνει, και ο οποίος δεν διέθετε εργαλεία, επέδειξε την ικανότητα κατασκεύης μιάς συνεργατικής αιτιακής αλυσίδας. Επικοινώνησε με το χιμπατζή Austin (ο οποίος διέθετε εργαλεία) μέσω μιάς λεξιγραμματικής οθόνης (με μαθημένα σύμβολα), σχετικά με το ποιό εργαλείο χρειαζόταν. Ο Austin το πέρασε στο Sherman μέσα από ένα παράθυρο. Ο Sherman το χρησιμοποίησε για να φτάσει την τροφή, την οποία και μοιράστηκε με τον Austin μέσα από το παράθυρο. Η εκμάθηση γλώσσας, χωρίς να είναι προαπαιτούμενο, βοηθάει στην αντίληψη αιτιότητας (Savage-Rumbaugh).Η διαφορά στην αντίληψη αιτιότητας μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είναι ποσοτική μάλλον παρά ποιοτική, εύρημα που είναι σύμφωνο με τη Δαρβινική άποψη περί ψυχολογικού συνεχούς μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Η ικανότητα αναγνώρισης βαθμών σκοπιμότητας διακρίνεται σε πρώτου βαθμού (αναγνώριση προσωπικών πίστεων, προτιμήσεων και επιθυμιών) και σε δεύτερου βαθμού (απόδοση πίστεων και επιθυμιών σε άλλους). Ενα παιδί 5 χρόνων μπορεί να αντιληφθεί 2 επίπεδα σκοπιμότητας (πιστεύω ότι νομίζεις κάτι). Ενας ενήλικας μπορεί να αντιληφθεί μεχρι και 4 επίπεδα (πιστεύω ότι νομίζεις ότι θέλω να καταλάβεις κάτι). Ο Tomasello διατείνεται ότι ο χιμπατζής δεν μπορεί να αντιληφθεί άλλους ως υποκείμενα με σκοπιμότητες, παρόλον ότι διαθέτει την ικανότητα εκμάθησης με απομίμηση και την ικανότητα ευφυούς χρήσης εργαλείων. Η ικανότητα χρήσης γλώσας από τους μεγάλους πιθήκους έχει επιβεβαιωθεί κατ' επανάληψη. Ο bonobo Kanzi (υιοθετημένος γιος της Matata) έμαθε όλα όσα είχαν διδάξει τη μητέρα του με απλή παρατήρηση της εκπαίδευσής της. Επιπλέον, επέκτεινε τη γνώση του (α) διατυπώνοντας νέες απαιτήσεις και τη διάθεσή του να λειτουργήσει με τρόπους που δεν είχε διδαχθεί, και (β) προτείνοντας νέα παιχνίδια (Savage-Rambaugh and Lewin). Γενικη παρατήρηση αποτελεί το ότι η εκμάθηση γλώσσας (ενός συστήματος που χρησιμοποιεί φυσικά σήματα όπως ήχους, χειρονομίες ή γραπτά σημάδια για να εκφράσει νοήματα) σε πρώιμα στάδια της οντογενετικής ανάπτυξής, βελτιώνει τη δυνατότητα αντίληψης ατιότητας και την κοινωνική συνεργασιμότητα. Σύγχρονοι γλωσσολόγοι, (Chοmsky) θεωρούν ότι η «παγκόσμια γραμματική» (που χαρακτηρίζει τη σύνδεση φυσικών σημάτων και νοημάτων) δεν αποδίδεται απλά σε μαθησιακούς μηχανισμούς αλλά σε ιδιότητες του ανθρώπινου γονιδιώματος έμφυτες στον οργανισμό, που περιορίζουν τα συστήματα γλωσσικών κανόνων ή που καθορίζουν τα καθολικά γλωσσικά χαρακτηριστικά. Λογική επίκριση είναι ότι οι ικανότητες οι απαραίτητες για την εκμάθηση και χρήση της γλώσσας (π.χ. ικανότητα κατηγοριοποίησης) δεν είναι αποκλειστικά γλωσσικές, αλλά ανήκουν σε γενικότερες γνωσιακές ικανότητες (Lieberman) που μπορεί να αποτελούν χαρακτηριστικά του γονιδιώματος πολλών ειδών πέρα του ανθρώπινου. Οσον αφορά τις κατ’ αίσθηση και κατ’ εμπειρία ποιότητες (qualia), η περιφρόνηση παραχωρεί δικαιώματα στην υποτίμηση στη σύγχρονη βιβλιογραφία . Εκεί όπου ο Dennett διακηρύσει ότι οι εν λόγω ποιότητες είναι ανύπαρκτες, άλλοι τις χαρακτηρίζουν ως δυσπροσάρμοστες και άχρηστες στη φυλογενετική εξέλιξη. Οι κατ' αίσθηση και κατ’ εμπειρία ποιότητες (πόνου, απόλαυσης, έλξης, αποστροφής...) ανάγονται σε δημόσια εκφραζόμενες συμπεριφορές σε κατώτερα ημών είδη στη βιολογική κλίμακα, οι οποίες μέσα στη φυλογενετική εξέλιξη ως δυσπροσάρμοστες κατέστησαν άχρηστες και, αντί να εξαφανιστούν στο ανθρώπινο είδος, ιδιωτικοποιήθηκαν (Humphrey). Υπάρχει λόγος για την ύπαρξη της αντίληψης (perception) επί πλέον της κατ' αίσθηση εισροής (sensation); Ναί, διότι η αντίληψη εμπεριέχει, επιπλέον της κατ' αίσθηση εισροής, και την πεποίθηση ή πίστη ότι κάτι υπάρχει στον εξωπροσωπικό χώρο. Υπάρχει χρησιμότης στην ύπαρξη των κατ' αίσθηση ποιοτήτων; Δεν έχουν καμμία επιροή στην επιβίωση και στον πολλαπλασιασμό, άρα είναι τόσο άχρηστες στη φυσική επιλογή όσο και απρόσιτες σε εμπειρική προσέγγιση. Ενδιαφέροντες ισχυρισμοί που αναφέρονται, αλλά δεν βασίζονται, σε δεδομένα της φυλογενετικής εξέλιξης της συμπεριφοράς. Πράγματι, ισχυρίζεται ο Macphail, η συνείδηση ποτέ δεν είχε προσαρμοστική λειτουργία, απλούστατα διότι η συνείδηση πρωτοεμφανίστηκε στον άνθρωπο με την ικανότητα χρήσης γλώσσας. Δεν υπάρχει κανένα άλμα στο φυλογενετικό συνεχές των νοητικών φαινομένων που να μπορούσε να σηματοδοτήσει το πέρασμα από μη-συνειδητά σε συνειδητά όντα, ενώ υπάρχει ένα βασικό ασυνεχές μεταξύ του ανρώπινου και των άλλων ειδών, η φυσική ικανότητα χρήσης γλώσσας στον άνθρωπο. Για του λόγου το αληθές: Η ικανότητα έκφρασης είναι απαραίτητη για την αντίληψη εαυτού, η οποία με τη σειρά της είναι απαραίτητη για τη συνειδητή αίσθηση. Η συνειδητή αίσθηση όμως δεν είναι απαραίτητη ή χρήσιμη για τίποτα. Επίσης ενδιαφέροντες, αν και εν πολλοίς αστήρικτοι, ισχυρισμοί. Για την ακρίβεια, έχουμε ήδη αναφερθεί σε δεδομένα από το χώρο της ηθολογίας που υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον οι μεγάλοι πίθηκοι έχουν αντίληψη εαυτού σύμφωνα με τη δοκιμασία του καθρέφτη (Gallup), διαθέτουν την ικανότητα αντίληψης αιτιότητας (Byrne) και επιδεικνύουν θεωρία νού (Premack and Woodruff), δεδομένα που δείχνουν ότι τουλάχιστον μεταξύ των μεγάλων πιθήκων και του ανθρώπου υπάρχει αντιστοιχία συνειδητών νοητικών ικανοτήτων. Και για να συμπληρωθεί όλο το φάσμα των ευρημάτων στο χώρο της φυλογενετικής εξέλιξης της συμπεριφοράς και των σχετικών ερμηνειών, θα αναφέρω ακόμη ότι κατ' άλλους, ακόμη και τα ταπεινά τρωκτικά επιδεικνύουν ικανότητες μνήμης αποφαντικού τύπου ενώ οι παπαγάλοι επιδεικνύουν νοητικές ικανότητες παρόμοιες με εκείνες των μεγάλων πιθήκων, και πιστεύεται ότι η συνειδητή αντίληψη εμφανίστηκε σχετικά νωρίς στη φυλογενετική εξέλιξη και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή της συμπεριφοράς (Dickinson and Balleine, Mackintosh). Ο Heinrich, ο οποίος δουλεύει στο χώρο της γνωσιακής ηθολογίας, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι ανθρώπινα και μή ανθρώπινα ζώα έχουν συνείδηση, και θεωρεί όλες τις νοητικές διαδικασίες ως απαραίτητα συνειδητές. Φοβάμαι ότι αυτή η περιπέτεια νοητικής πλοήγησης στο χώρο μελέτης της εξέλιξης της συμπεριφοράς δεν μας διαφώτισε ούτε ως προς το σημείο ανάδυσης της συνείδησης στη βιολογική κλίμακα, ούτε ως προς κάποιο κοινά αποδεκτό περιεχόμενο ή κάποιες κοινά αποδεκτές ιδιότητες της συνείδησης, όπου θα μπορούσαμε να βασίσουμε τα απαραίτητα κριτήρια του εάν ένα ον διαθέτει συνείδηση. Κατά συνέπεια, περνώντας στό δεύτερο μέρος της απάντησής μου, επανέρχομαι στην προσπάθεια κατάρτισης ενός καταλόγου των ιδιοτήτων της συνείδησης, με στόχο την αντίληψη της δομής του περιεχομένου της.
Β. Προπάθεια κατασκευής ενός καταλόγου ιδιοτήτων της συνείδησης. Χαρακτηριστικό του προβλήματος συνεννόησής μας, στον προηγούμενο γύρο ανταλλαγής απόψεων, ήταν το ακόλουθο παράδειγμα: Τρείς από τους μονιστές-υλιστές του συμποσίου μας (ο Αντώνης, η Ειρήνη και ο Ηλίας) διατείνονταν με απόλυτη σιγουριά ότι στο παράδειγμα τυφλής όρασης, η εξωλεκτική αντίδραση της στροφής του βλέμματος προς τη σωστή θέση του οπτικού στόχου είναι ακούσια και ασυνείδητη αντίδραση, επειδή το υποκείμενο με τυφλή όραση δηλώνει λεκτικά ότι δεν μπορεί να δει τον οπτικό στόχο. Προφανώς ο χαρακτηρισμός 'ακούσια και ασυνείδητη' συμπεριφορά βασίζεται στην πίστη των τριών φίλων ότι η ύπαρξη συνείδησης προϋποθέτει τη λεκτική μαρτυρία. Εγώ από την άλλη, δηλωμένη ως ακατάτακτη, που πιστεύω ότι η λεκτική έκφραση δεν είναι απαραίτητη για την κατοχή συνείδησης, ισχυριζόμουν με την ίδια σιγουριά ότι η στροφή του βλέμματος προς τη σωστή κατεύθυνση είναι αποδεκτή ως εξωλεκτική μαρτυρία 'εκούσιας και συνειδητής' συμπεριφοράς. Στην ερώτηση ενός αμερόληπτου ακροατή: "ο άρρωστός με τυφλή όραση έχει συνείδηση ότι βλέπει τα οπτικά ερεθίσματα τα οποία μαντεύει σωστά κατά 90% και τα οποία δηλώνει λεκτικά ότι δεν βλέπει;" Η απάντηση των τριών φίλων είναι "όχι" και η δική μου είναι "ναί". Ποιός έχει δίκιο; Κανένας. Μέχρι να πεισθούμε και να αποφασίσουμε ότι η συνείδηση έχει περιεχόμενο μόνο αποφαντικού και όχι τελεστικού χαρακτήρα, η ακριβής απάντηση είναι ότι, δεν μπορούμε να απαντήσουμε εάν ο άρρωστος έχει συνείδηση των συγκεκριμένων οπτικών ερεθισμάτων, διότι ένα κριτήριο οπτικής αντίληψης ικανοποιείται (εκούσια στροφή του βλέμματος στα ερεθίσματα) ενώ ένα άλλο κριτήριο δεν ικανοποιείται (η μαρτυρία του ατόμου ότι δεν τα βλέπει). Αυτό το παράδειγμα νομίζω ότι είναι ενδεικτικό του ότι θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε κοινά συμπεράσματα, εάν κατορθώναμε να μιλήσουμε μία κοινή (αν και όχι απαραίτητα την καταλληλότερη) γλώσσα περί νοητών και συνειδητών φαινομένων. Ηδη, ο ορισμός και κατά συνέπεια το περιεχόμενο ή οι ιδιότητες του όρου 'συνείδηση' είναι ασαφή. Για παράδειγμα, το νοητικό ασυνείδητο στη γνωσιακή επιστήμη, το οποίο θεωρείται άπρόσιτο, είναι άλλο από το Φροϋδικό ασυνείδητο, που θεωρείται δυσπρόσιτο; Πέραν της ασάφειας όρων, το τι είναι λογικά πιθανό και το τί κάνει νόημα ως διατύπωση δυσκολεύει ιδιαίτερα όσους από εμάς είναι επαγγελματίες νευροεπιστήμονες, προφανώς επειδή η δουλειά που μάθαμε να κάνουμε είναι η έρευνα του εμπειρικά πραγματικού ή του αληθινού (που εν προκειμένω θα ήταν η έρευνα των νευρωνικών σύστοιχων κάποιων συνειδητών συμπεριφορών) και όχι η αποσαφήνιση φιλοσοφικών εννοιών. Βασικό πρόβλημα αποτελεί η θολή χρήση απλών και σύνθετων εννοιών ως περιεχόμενα της συνείδησης, απλών εννοιών όπως γνώση, νόηση, σκέψη, συλλογισμός, διαλογισμός, διάνοια, νοημοσύνη, ευφυία, και πιό σύνθετων όπως συναίσθηση, προσοχή, αντίληψη, γνωσιακοί χάρτες, νοητικές αναπαραστάσεις, εμπειρίες, επίγνωση, συνείδηση εαυτού. Συχνά ορίζουμε το ασαφές δια του ασαφούς. Το περιεχόμενο της συνείδησης κατά τον Αντρέα είναι "...πέραν απ' τα πιθανά αντικειμενικά γνωρίσματα του ερεθίσματος (ενός κόκκινου ρόδου), ...το υποκειμενικό ποιόν της εμπειρίας το οποίο διαφέρει ριζικά από αυτό της φαγούρας και απαντά αποκλειστικά στην συγκεκριμένη παρουσίαση του ερεθίσματος και δεν επαναλαμβάνεται πανομοιότυπο σε άλλες παρουσιάσεις του ερεθίσματος...". Αρα ο Αντρέας θεωρεί ως βασικό περιεχόμενο της συνείδησης 'το υποκειμενικό ποιόν της εμπειρίας'. Ο Αντώνης αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά εμπειρίας "unique, ineffable, intrinsic, private..." θεωρεί ότι "...these qualitative properties of experience are trivial in whatever sense it is in principle impossible to have a neurophysiological account for". Κατά συνέπεια ο Αντώνης χαρακτηρίζει 'trivial' αυτό ακριβώς που ο Αντρέας ορίζει ως πυρήνα της συνείδησης. Και εδώ διαφωνώ και με τους δύο. Δεν μπορεί η συνείδηση να δομείται αποκλειστικά γύρω από τα qualia, όπως και δεν μπορούμε να εξοστρακίσουμε τα qualia κάποιων εμπειριών. Διαφωνώ με τον Αντρέα σχετικά με το περιεχόμενο της συνείδησης. Δεν μπορεί η συνείδηση να δομείται γύρω από το υποκειμενικό ποιόν της εμπειρίας (το κατά Αντρέα, αποκλειστικά ιδιωτικό, απερίγραπτο, μοναδικό με την έννοια ότι συμβαίνει άπαξ, ενιαίο με την έννοια του μη σπονδυλωτού). Πολλές σκέψεις και πίστεις στην καθημερινή μας ζωή δεν χαρακτηρίζονται από κανένα ιδιαίτερο υποκειμενικό ποιόν εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι συνειδητές; Οι συνειδητές σκέψεις μου ότι "...η ηλεκτρική διέγερση ενός κυττάρου στη μέλαινα ουσία προκαλεί απελευθέρωση ντοπαμίνης, ότι 5 φορές το 5 μας κάνει 25, ότι ο Καρτέσιος έζησε το 17ο αιώνα, ότι η πισίνα είναι ανοικτή 4:00 με 8:00, ότι το δείπνο σήμερα είναι στις 9:00, ότι εφόσον ο καιρός δεν είναι βροχερός δεν μου χρειάζεται η ομπρέλα..." χαρακτηρίζονται (και διαφοροποιούνται μεταξύ τους) κυρίως από το περιεχόμενό τους και λίγο έως καθόλου από κάποιο υποκειμενικό ποιόν εμπειρίας. Για παράδειγμα, η φράση του Chalmers "how it feels to think'" δεν έχει νόημα για μένα, σε αντίθεση με τη φράση "πώς αισθάνεσαι όταν ακούς Edith Piaf". Με άλλα λόγια τα qualia δεν αναφέρονται σε όλες τις μορφές συνειδητής αντίληψης, σκέψης, εμπειρίας, συμπεριφοράς, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελούν πυρήνα της συνείδησης. Εννοιακό πυρήνα της συνείδησής μου ανά πάσα στιγμή αποτελεί το περιεχόμενο της σκέψης μου. Οι σχετικοί νοητικοί συνειρμοί μου και οι συνοδεύουσες σχετικές συναισθηματικές επενδύσεις, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το συνειδέναι, αλλά όχι στον πυρήνα της συνείδησής μου. Νομίζω ότι είναι λάθος η θέση του Searle ότι όλες οι συνειδητές καταστάσεις είναι υποκειμενικές και ποιοτικού χαρακτήρα, άρα όλη μας η συνείδηση είναι qualia. Νομίζω ότι είναι λάθος η υπόθεση ότι όλες οι γνώσεις, σκέψεις και πίστεις μας χαρακτηρίζονται από ειδικά υποκειμενικά συναισθήματα, και λάθος η θεώρηση ότι όλη μας η συνείδηση χαρακτηρίζεται βασικά από qualia. Νομίζω ότι μόνο μέρος της συνείδησής μας μπορεί να καταλαμβάνουν οι εμπειρίες. Και μόνο κάποιες (όχι όλες) εμπειρίες μας μπορεί να χαρακτηρίζονται από υποκειμενικό χαρακτήρα (qualia). Η επέκταση της συνηθισμένης (καθημερινής) έννοιας του όρου συνείδηση (1) στο χώρο της εμπειρίας και (2) σε όλο το χώρο του νοητού θα έπρεπε να αποτελέσει από κοινού απόφαση/σύμβαση. Θεμιτά ερωτήματα που θα αφορούσαν την 1η επέκταση είναι τα ακόλουθα. (α) Αποτελούν εμπειρίες, εκφράσεις όπως οι παρακάτω; «Νομίζω ότι η πισίνα δεν είναι ανοικτή. Πιστεύω ότι η πισίνα είνει κλειστή. Αποφάσισα να μην πάω σήμερα στην πισίνα.» (β) Ολες οι εμπειρίες έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα; Το υποκειμενικό ποιόν της φαγούρας (εν γένει μάλλον δυσάρεστο) διαφέρει ριζικά από εκείνο της αντίληψης ενός κόκκινου ρόδου (εν γένει μάλλον ευχάριστο). Ομως, ο υποκειμενικός ποιοτικός χαρακτήρας της αντίληψης ενός στυλογράφου, ενός μελανοδοχείου, ενός γραφείου, μίας καρέκλας, του δαπέδου και της οροφής δεν είναι προφανής. Εάν την αντίληψη κάθε αντικειμένου τριγύρω μας την ονομάσουμε εμπειρία, τότε πολλές εμπειρίες δεν έχουν ποιοτικό χαρακτήρα. Οσον αφορά τη 2η επέκταση. (α) Μπορεί κάποιος να φοβάται ή και να είναι τρομοκρατημένος χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. Θα εντάξουμε αυτό το νοητικό χώρο εντός του συνειδητού; (β) Είναι προφανής ο υποκειμενικός χαρακτήρας (qualia) κάποιας κατ' αίσθηση εισροής (sensation) κάποιας αντίληψης (perception) και του συνακόλουθου συναισθήματος (affection), αλλά δεν είναι προφανές εάν και κατά πόσον τα qualia χαρακτηρίζουν τις κατεξοχήν συνειδητές νοητικές διαδικασίες: της σκέψης, της εικασίας, της πεποίθησης, της απόφασης, της πίστης... Εχει νόημα η φράση "how it feels to think"; Διαφωνώ με τον Αντώνη στο ότι όλα τα χαρακτηριστικά "unique, ineffable, intrinsic, private" είναι "trivial". Συμφωνώ μαζύ του ότι η άγνοιά μας για τη φύση κάποιων ιδιοτήτων της συνείδησης μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση και μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνείες με όρους (εσωτερικής μυστικιστικής αναφοράς) που προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση και αδιέξοδο. Οι χαρακτηρισμοί της συνείδησης ως "μοναδική, απερίγραπτη, εσωτερική και ιδιωτική" πιστεύω ότι είναι λάθος γιατί αναφέρονται στο χώρο της εμπειρίας που, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, αποτελεί επέκταση (και όχι πυρήνα) της έννοιας συνείδηση. Επιπλέον, οι χαρακτηρισμοί μιας εμπειρίας ως "μοναδική, απερίγραπτη, εσωτερική και ιδιωτική" πιστεύω ότι είναι ανακριβείς γιατί είναι διαφορετικό το περιεχόμενο μιας εμπειρίας (η όραση ενός κόκκινου ρόδου) το οποίο δεν είναι "μοναδικό, απερίγραπτο, εσωτερικό και ιδιωτικό" και διαφορετική η ποιότητα της εμπειρίας (τα qualia της όρασης ενός κόκκινου όρου) που μπορεί να είναι "μοναδική και απερίγραπτη" για ένα άτομο (στο εσωτερική και ιδιωτική αναφέρομαι ακόλουθα). Κατά συνέπεια, συμφωνώ με τον Αντώνη ότι δεν έχω πρόβλημα να περιγράψω το περιεχόμενο μιας εμπειρίας μου όπως και κάποιες από τις ποιότητές της, π.χ. ότι είδα ένα κόκκινο ρόδο το πρωί στο πάρκο, που μόλις είχε ανθίσει και μοσχοβολούσε...τα φύλλα του ήταν βελούδινα...στάλες της πρωϊνής δροσιάς σα δάκρυα...απόλαυση στην όραση και στην όσφρηση...και με ηρέμησε ή με αναστάτωσε διότι μου θύμισε... Ομως, κάποιοι (σίγουρα όχι όλοι, αλλά και σίγουρα μη trivial) χαρακτήρες της εμπειρίας μου αυτής είναι μοναδικοί (βιώθηκαν τότε και σε καμία προηγούμενη όραση κόκκινου ρόδου) και δεν μπορώ να τους μεταβιβάσω λεκτικά (αδυνατώ να περιγράψω αυτό που πλημμύρισε τις αισθήσεις μου). Κι εδώ είναι που ισχυρίζομαι ότι υπάρχει και εξωλεκτική συνείδηση. Κι εκεί νομίζω ότι βασίζονται μερικά από τα αθάνατα λογοτεχνήματα, στα οποία ο συγγραφέας απέδωσε με μαεστρία όχι μόνο το περιεχόμενο της εμπειρίας του αλλά και κάποιες από τις σχετιζόμενες ποιότητες, οι οποίες στον ατάλαντο κοινό θνητό είναι δυσπρόσιτες για τον ομιλούντα εαυτό του, αλλά τις αναγνωρίζει με συγκίνηση όταν κάποιος άλλος του τις αποκαλύψει. Εν γένει όμως θα έλεγα ότι, η περιγραφή μιάς εμπειρίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εμπειρία. Οσον αφορά τους χαρακτηρισμούς της εμπειρίας ως "εσωτερική και ιδιωτική" νομίζω ότι είναι μάλλον ατυχείς. Το ‘εσωτερική’ είτε σημαίνει ότι η εμπειρία βιώνεται στον ενδο- και όχι στον εξω-προσωπικό χώρο του ατόμου, οπότε είναι περιττολογία, είτε σημαίνει ότι η εμπειρία είναι προσιτή μόνο με ενδοσκόπηση, οπότε είναι λάθος. Το ‘ιδιωτική’ σημαίνει ότι η κάθε εμπειρία αποτελεί προσωπική ιδιοκτησία του κατόχου της κατ' αποκλειστικότητα (κανένας άλλος δεν μπορεί να έχει την ίδια). Αλλά ποιός μου λέει ότι ο δικός μου πονόδοντος δεν είναι ίδιος με τον πονόδοντο του Αντώνη; Συμφωνώ με τον Αντρέα ότι η προσέγγιση κάποιων ιδιοτήτων της συνείδησης με λειτουργική απεικόνιση του εγκεφάλου αποτελεί πηγή σύγχυσης. Το βασικότερο όλων των τεχνικών προβλημάτων, δεν είναι η διακρισιμότητα (resolution) των υπαρχόντων μεθόδων σε σχέση με το καταγραφόμενο σήμα όπως αναφέρει ο Αντώνης, αλλά το ότι η υπό εξέταση σκέψη ή συμπεριφορά πραγματοποιείται από ένα υποκείμενο που δεν μπορεί παρά να έχει ταυτόχρονα δεκάδες άλλες συνειδητές και ασυνείδητες (με τη Φροϋδική έννοια) σκέψεις και συναισθήματα. Το πρόβλημα είναι ότι όταν καταγράφουμε τον εγκεφαλικό χάρτη δεν μπορούμε να πούμε στο υποκέιμενο "μην σκέπτεστε - σκέπτεστε", κατά το "μην αναπνέετε - αναπνέετε" όταν παίρνουμε ακτινογραφία. Πέραν όμως του τεχνικού προβλήματος, ας δούμε και μερικά από τα θεωρητικά. Εστω ότι θέλουμε να καταλάβουμε τη λογική συνέπεια της σκέψης ενός ατόμου επί συγκεκριμένου θέματος. Θεωρώ προφανές γιατί δεν θα βοηθούσε εν προκειμένω η λειτουργική απεικόνιση του εγκεφάλου του. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι η πειραματικη διαδικασία πρέπει να προβλέπει πολλές επαναλήψεις της ίδιας ακριβώς συμπεριφοράς, έτσι ώστε το σήμα να γίνει αρκετά ισχυρό για να το καταγράψουμε,. Ομως, όπως εξηγεί διεξοδικά ο Αντρέας, η ίδια συμπεριφορά (η επανάληψή της) δεν μπορεί να αντανακλά ακριβώς το ίδιο βίωμα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι όσο πιό πολύπλοκη είναι η συμπεριφορά τόσο πιό πολλοί και περίπλοκοι είναι οι απαιτούμενοι μάρτυρες (controls), και τόσο πιό αδιέξοδη η μελέτη. Τρίτο πρόβλημα είναι ότι οι δεκάδες εγκεφαλικοί πυρήνες που θα εμφανίζονταν ενεργοποιημένοι σε πολύπλοκες νοητικές συμπεριφορές δεν έχουν κανένα λόγο να είναι όμοιοι από άτομο σε άτομο. Αυτό που σίγουρα θα βοηθούσε να καταλάβουμε τη λογική συνέπεια της σκέψης ενός ατόμου, είναι να ρωτήσουμε το άτομο να μας εξηγήσει (γραπτά ή προφορικά) την ακολουθία των σκέψεών του, προβάλλοντας όλα τα σχετικά του επιχειρήματα. Μια τέτοια δήλωση δεν υποκαθίσταται από καταγραφή ενεργών νευρικών κυκλωμάτων, διότι οι θεωρητικές έννοιες (αναλυτικής σκέψης) ούτε αναπαρίστανται ούτε υποκαθίστανται από εμπειρικά ευρήματα (πειραμάτων). Στο θέμα αυτό αναφέρομαι και παρακάτω, στη συζήτηση για την αναγωγή. Εστω ότι θέλουμε να καταλάβουμε κάτι απλούστερο, εάν δύο άτομα έχουν τον ίδιο πονόδοντο ή βλέπουν το κόκκινο ρόδο με τον ίδιο τρόπο. Διαφορετικοί χάρτες λειτουργικής απεικόνισης (διαφορετικά ενεργά νευρωνικά κυκλώματα) στα υπό εξέταση άτομα δεν σηματοδοτούν απαραίτητα και διαφορετικές εμπειρίες. Για την ακρίβεια η αρχή της λειτουργικής απεικόνισης του εγκεφάλου είναι ακριβώς η ανάστροφη. Δηλαδή, για να εξετάσουμε τα νευρωνικά σύστοιχα μιάς νοητικής κατάστασης ή αντιληπτικής εμπειρίας πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τί σκέπτεται ή τί αντιλαμβάνεται το άτομο. Ενα τελευταίο εύρημα στο εργαστήριό μας είναι ότι οι περιοχές αντιπροσώπευσης του χεριού στον πρωτοταγή κινητικό και πρωτοταγή σωματαισθητικό φλοιό πιθήκου είναι διεγερμένες, όχι μόνο κατά την σύλληψη αντικειμένου από τον πίθηκο, αλλά και κατά τη διάρκεια παρατήρησης της σύλληψης του αντικειμένου από ένα άλλο υποκείμενο. Το εύρημα αυτό σημαίνει ότι η εκτέλεση της σύλληψης και η παρατήρηση/αντίληψη της σύλληψης εμπλέκουν το ίδιο νευρωνικό υπόστρωμα. Το εύρημα αυτό όμως δεν μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των εννοιών εκτέλεσης και αντίληψης ή εκτέλεσης και φαντασίωσης. Με άλλα λόγια μπορούμε να συσχετίσουμε τα εμπειρικά στοιχεία και να βγάλουμε συμπέρασμα για το αλληλοεπικαλυπτόμενο νευρωνικό υπόστρωμα των δύο συμπεριφορών, αλλά δεν μπορούμε να συσχετίσουμε τα εννοιολογικά στοιχεία βάσει των εμπειρικών και να συμπεράνουμε κάτι σχετικό με ομοιότητες ή διαφορές μεταξύ εννοιών εκτέλεσης αντίληψης και φαντασίωσης. Συμφωνώ με τον Αντρέα ότι η διχοτόμηση του κόσμου σε υλικά ή φυσικά και άυλα ή νοητά (1) ούτε καλύπτει τα του επιστητού (2) ούτε βοηθάει στην κατανόηση σχέσης εγκεφάλου και νου. (1) Οσον αφορά την κατηγοριοποίηση, οι αισθήσεις (η όραση, η ακοή, η σωματαίσθηση, η όσφρηση, η γεύση), οι ικανότητες και τα χαρίσματα ενός ατόμου (η ομορφιά, η γενναιοδωρία, η τρυφερότητα, το μουσικό ταλέντο), η σκόπιμη συμπεριφορά του (το ντύσιμο, το χτένισμα, το περπάτημα, η άθληση, η φροντίδα, η περιποίηση) και το καθημερινό του πρόγραμμα (το ξύπνημα, το πρόγευμα, η διδασκαλία, η συγγραφή άρθρου, το πείραμα, η θεραπεία αρρώστου, η αγοραπωλησία, το δείπνο) δεν ανήκουν ούτε στα φυσικά ούτε στα νοητά. Οι αριθμοί και τα μαθηματικά θεωρήματα, τα κοινωνικά καλλιτεχνικά και οικονομικά σχόλια, τα νέα στην τηλεόραση και στις εφημερίδες, η τζαζ και το ιστορικό μυθιστόρημα, ο χορός και το τραγούδι, το δημοκρατικό πολίτευμα, η Ευρωπαϊκή Ενωση, το διεθνές δίκαιο, το δίκαιο του ισχυροτέρου, οι κανόνες ηθικής επίσης δεν ανήκουν ούτε στα φυσικά ούτε στα νοητά. (2) Οσον αφορά το Καρτεσιανό παράδοξο ενός υλικού εγκεφάλου να παράγει άυλο νου, οι γραμματείς και οι λογιστές έχουν υλική υπόσταση, η δακτυλογράφηση και οι λογιστικές πράξεις δεν έχουν. Δεν θεωρούμε παράδοξο το ότι ένα όν με υλική υπόσταση, σαν το λογιστή, μπορεί να κάνει λογιστικές πράξεις. Ούτε το ότι ένας σκηνοθέτης (με υλική βάση) παράγει ένα (άυλο) έργο, το οποίο χρηματοδοτεί ένας παραγωγός. Ούτε το ότι ο παπάς κάνει εξομολόγηση, ο δάσκαλος μάθημα, και ο ψυχαναλυτής ψυχοθεραπεία. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι προφανές γιατί θάπρεπε ή θάθελε η φυσική (με όρους ύλης) να ερμηνεύσει βιολογικά φαινόμενα, ψυχολογικούς χαρακτήρες, κοινωνικά φαινόμενα, αισθητικούς χαρακτήρες καλλιτεχνημάτων, αφηρημένα νοήματα από το χώρο της διανόησης και φιλοσοφικές έννοιες. Βεβαίως ο άνθρωπος έχει και φυσική οντότητα, με την έννοια ότι καταλαμβάνει χώρο. Αυτό σημαίνει ότι οι βιολογικοί, ψυχολογικοί, κοινωνικοί και αισθητικής φύσης χαρακτήρες του ανθρώπου εξαρτώνται από το φυσικό του υπόστρωμα, αλλά όχι ότι και μπορούν να αναχθούν σε αυτό. Επανερχόμενη στην κατηγοροποίηση σε υλικά και άυλα, την θεωρώ ανεπαρκή και προβληματική, όπως τη θεωρεί και ο Αντρέας. Ενας διαχωρισμός σε χειροπιαστά και μή χειροπιαστά είναι προτιμότερος, διότι εμπεριέχει ευρύτερους χώρους και είναι πιθανό να επιτρέπει την κατηγοριοποίηση όλου του επιστητού. Επιπλέον, ένας τέτοιος διαχωρισμός δεν εμπλέκει φυσικούς νόμους και δεν παραπέμπει στο Καρτεσιανό παράδοξο, πώς το πνεύμα παράγεται από την ύλη. Για καλή μας τύχη, κανείς ακόμη δεν διακήρυξε την ασυμβατότητα μεταξύ χειροπιαστών και μη χειροπιαστών, και κατά συνέπεια την ασυμβατότητα μεταξύ του χειροπιαστού εγκεφάλου και της μη χειροπιαστής συνείδησης. Οπως δεν είναι παράδοξο το ότι ο φοίνικας (κάτι χειροπιαστό) στον κήπο ενός σπιτιού δίνει ομορφιά (κάτι μη χειροπιαστό) στο σπίτι (χειροπιαστό), ότι ο καθρέπτης (χειροπιαστό) δημιουργεί αίσθηση μεγάλου χώρου (μη χειροπιαστό), ότι ο ηθοποιός (χειροπιαστό) παίζει ένα ρόλο (μη χειροπιαστό), ότι ο πρωταθλητής σπάει ένα ρεκόρ, και ότι η ασπιρίνη γιατρεύει τον πονοκέφαλο, έτσι δεν είναι παράδοξο και το ότι ένας (χειροπιαστός) άνθρωπος συλλογίζεται συνειδητά (διαθέτει μη χειροπιαστή νόηση και συνείδηση). Μάλλον θα διαφωνούσα με τον Αντρέα για την κατηγοριοποίηση σε αισθητά και νοητά, γιατί παραπέμπει στο ότι ο κόσμος δεν υφίσταται παρά μόνο μέσα στο κεφάλι μας. Φοβάμαι ότι αυτή η κατηγοροποίηση μπορεί να υποστηρίξει το μεταφυσικό φιλοσοφικό δόγμα του 17ου αιώνα, ότι όλα όσα αντιλαμβανόμαστε στον εξωτερικό κόσμο είναι ιδέες του νου μας. Μια και το έφερε ο λόγος, αυτό το δόγμα μοιάζει να αναβιώνει. Ο Zeki και ο Crick, των οποίων η συνεισφορά είναι μέγιστη στις νευροεπιστήμες και στη μοριακή βιολογία αντίστοιχα, ισχυρίζονται (ο καθένας με τον τρόπο του) ότι τα αντικείμενα δεν έχουν χρώμα (ή ότι το χρώμα δεν είναι ιδιότητα των αντικειμένων) αλλά ότι τα χρώματα είναι ιδιότητες του εγκεφάλου μας. Παρόμοια, στο Essentials of Neural Science and Behaviour (Kandel, Schwartz και Jessell) διατυπώνεται η άποψη ότι τα χρώματα, οι ήχοι, οι οσμές και οι γεύσεις είναι νοητικές κατασκευές και δεν υφίστανται έξω από το νου μας, ότι οι αντιλήψεις μας δεν είναι καταγραφές του κόσμου αλλά εσωτερικές αναπαραστάσεις σύμφωνες με κανόνες και περιορισμούς του νευρικού μας συστήματος. Αυτές οι διατυπώσεις μοιάζουν περισσότερο με φιλοσοφικές απόψεις παρά με επιστημονικούς ισχυρισμούς που υπόκεινται σε πειραματική επιβεβαίωση. Βλέπω πώς οι νευροεπιστήμονες θα μπορούσαν να περιγράψουν σε κάποιο βαθμό τη νευρωνική διαδικασία αντίληψης του χρώματος. Αλλά δεν βλέπω με ποιό πείραμα θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι το κόκκινο ρόδο είναι άχρωμο στον κήπο μου και κόκκινο στο κεφάλι μου. Ούτε μου είναι εύκολο να παραδεχτώ ότι ο κόσμος μας είναι άχρωμος, άοσμος, άγευστος, και γεμάτος από μια σειρά οφθαλμαπάτες, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις. Ούτε μπορώ να αποδεκτώ ότι ο πόνος στη μέση μου είναι στην πραγματικότητα κεφαλαλγία. Οσον αφορά την αναγωγή, το γεγονός ότι κάποιες εγκεφαλικές καταστάσεις μπορούν να συσχετιστούν με ανακοινώσιμες συνειδητές νοητικές καταστάσεις δεν σημαίνει και ότι οι πρώτες είναι το αίτιο των δευτέρων καταστάσεων. Επιπλέον, η παραπάνω πρόταση απέχει από την οντολογική ταυτότητα, η οποία θα απαιτούσε όλες οι ιδιότητες των εγκεφαλικών καταστάσεων να είναι οι ίδιες με τις ιδιότητες των συνειδητών καταστάσεων. Μία πηγή σύγχυσης (ψευτοαναγωγής) είναι η απόδοση ψυχολογικών χαρακτήρων στον εγκέφαλο. Ενας εγκέφαλος (και πολύ περισσότερο ένα νευρωνικό κύκλωμα ή ένα κύτταρο) δεν μπορεί να βλέπει, να διακρίνει, να κατηγοριοποιεί, να αντιλαμβάνεται και να σκέπτεται, περισσότερο από όσο μπορεί να φλερτάρει και να συνουσιάζεται. Η απόδοση όλων αυτών των ψυχολογικών χαρακτήρων, που αφορούν υποκείμενα, σε εγκεφάλους και κύτταρα αντανακλά σύγχυση και όχι αναγωγή. Δυστυχώς η σύγχρονη νευροεπιστημονική βιβλιογραφία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Ενα άτομο δεν μπορεί να ισοδυναμεί ή να ταυτίζεται με τον εγκέφαλό του. Θα πρέπει πρώτα να ανακαλύψουμε και να περιγράψουμε τους ψυχολογικούς κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς για να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε για αναγωγή τους σε νευρωνικούς κανόνες. Οπως οι ψυχολογικοί χαρακτήρες της συνειδητής συμπεριφοράς δεν έχουν νομολογική εξήγηση και δεν υπόκεινται σε φυσικές/υλικές ερμηνείες, έτσι και οι χαρακτήρες της συνείδησης που έχουν να κάνουν με κοινωνικές, ηθικές και αισθητικές απόψεις δεν έχουν λόγο να υπόκεινται σε νευροεπιστημονική ερμηνεία. Η κατανόηση της λογοτεχνίας, ζωγραφικής και μουσικής δεν απαιτεί επιστημονική ούτε και φιλοσοφική ανάλυση. Και θα αναφερθώ στο φαινόμενο εντυπώματος (imprinting), που έκανε γνωστό ο Lorenz. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σε πολλά πτηνά και θηλαστικά, τα οποία φτιάχνουν ισχυρούς και αποκλειστικούς δεσμούς με ένα υποκείμενο (ή και αντικείμενο/τέχνημα) στο οποίο εκτίθενται βραχυχρόνια, σε κάποιο αρχικό στάδιο της ζωής τους. Το εν λόγω υποκείμενο ή τέχνημα, από εκείνη τη στιγμή, αναπαριστά τον γονέα. Και ερωτώ, πόσο χρήσιμο θα ήταν, να έδιναν οι ψυχολόγοι αυτό το φαινόμενο στους νευροφυσιολόγους και εκείνοι στους μοριακούς νευροβιολόγους για να το αναλύσουν; Πόσο χρήσιμο θα ήταν, να έδιναν οι νευροεπιστήμονες στους φυσικούς προς ανάλυση την αναπαράσταση γονεϊκού προτύπου που έχει στο νού του ένα υποκείμενο; Ο μονιστικός υλισμός, ο μονιστικός ιδεαλισμός και ο Καρτεσιανικός δυϊσμός είναι εξίσου μεταφυσικά φιλοσοφικά δόγματα. Στο ερώτημα του Αντρέα εάν ο Σωκράτης άλλαζε στάση γνωρίζοντας τα σημερινά εμπειρικά δεδομένα από το χώρο των νευροεπιστημών, η απάντηση ίσως είναι όχι, διότι ίσως καμία εμπειρική ανακάλυψη δεν είναι ικανή να λύσει ένα εννοιολογικό φιλοσοφικό πρόβλημα. Οπως οι πειραματικοί φυσικοί δεν μπορούν να αποδείξουν εμπειρικά ένα μαθηματικό θεώρημα, έτσι και οι νευροεπιστήμονες μπορεί να μην είναι σε θέση να διευκρινίσουν μία φιλοσοφική έννοια με πείραμα, αλλά μόνο με αναλυτική σκέψη. Το ερώτημα είναι εάν διαθέτουν την ανάλογη παιδεία. Και σε αυτό το σημείο δηλώνω απερίφραστα ότι μου προκάλεσαν μεγαλύτερη σύγχυση από εκείνη που διέθετα από μόνη μου, τόσο τα "ψυχόνια "του Eccles, όσο και τα "δίκτυα spin στους μικροσωληνίσκους" του Penrose, οι "κινηματογραφικές ταινίες στον εγκέφαλο" του Damasio, το "νοητικό κουκλοθέατρο με τις μαριονέτες" του Blakemore, και τα "μιμίδια" του Dawkins που "...παρασιτούν τον εγέφαλο και μετατρέπουν το λειτουργικό σύστημα..." κατά Dennett. Ελεος!!!
Τελειώνοντας, τολμώ να διατυπώσω μιάν αρκετά αυθαίρετη αρχιτεκτονική δομή της συνείδησης, βασισμένη στα προηγούμενα σχόλια, η οποία (σε βελτιωμένη από εσάς μορφή) θα μπορούσε ίσως να μας βοηθήσει, τουλάχιστον ως μία κοινή γλώσσα αναφοράς. Για παράδειγμα, έτσι κατηγοριοποιημένη η συνείδηση, θα μας επέτρεπε να γίνουμε σαφέστεροι ως προς το ποιά στοιχεία της είναι εμπειρικά προσιτά σε πειραματική νευροεπιστημονική (βιολογική, ψυχολογική ή υπολογιστική) προσέγγιση, και ποιά στοιχεία της είναι προσιτά μόνο σε αναλυτική σκέψη. Νομίζω ότι είναι καιρός να διατυπώσω κάποια 'δομή' της συνείδησης, και ας είναι και λάθος.
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ Α. Ο ΕΝΝΟΙΑΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ θα μπορούσε να είναι ένα δίκτυο που θα περιλάμβανε τα 3 κλασικά συστήματα, σχετικώς αυτοτελή και σπονδυλωτά (modular): 1. Κατ' αίσθηση εισροές, που εξαρτώνται από αντιληπτικές ικανότητες, και που τροφοδοτούν το υποκείμενο με αποφαντικές (προτασιακές) και μή δηλωτικές (απρόσιτες στο λεκτικό σύστημα) αναπαραστάσεις του εξω- και ενδο-προσωπικού κόσμου. Η ελεγχόμενη (top-down) κατ' αίσθηση αντίληψη απαιτεί περισσότερους πόρους προσοχής από την αυτόματη (bottom-up) αντίληψη. Αλλά σε κάθε περίπτωση, μπορεί να έχουμε συνείδηση μόνο για πράγματα και γεγονότα στα οποία έχουμε στραμένη την πρσοχή μας. Συνείδηση (α. γνωσιακού περιεχομένου, και β. ποιοτήτων) των επιμέρους κατ' αίσθηση εισροών: Ανά πάσα στιγμή έχουμε (και αναφέρομαι προς το παρόν στο είδος άνθρωπος) συνείδηση κάποιων αισθητικών αντιλήψεων, αλλά όχι όλων των αισθητικών εισροών. Συνείδηση ακουστικών εισροών: Μιά δεδομένη στιγμή μπορεί να έχω συνείδηση της όπερας που ακούω στο ραδιόφωνο, αλλά να μην έχω συνείδηση των ακουστικών ερεθισμάτων που έρχονται από το δρόμο. Συνείδηση οπτικών εισροών: Μπορεί να παρακολουθώ συνειδητά την οθόνη του υπολογιστή μου και να μην συνειδητοποιώ ότι έξω σκοτείνιασε. Μπορεί να παρακολουθώ συνειδητά σε ποιό κλαδί του δέντρου στάθηκε το πουλί και να μην έχω συνείδηση του χρώματος ούτε του κλαδιού ούτε του πουλιού. Αντίστοιχες συνειδήσεις οσφρητικών και γευστικών εισροών, οι οποίες σε κάποιες ηλικίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Σωματική συνείδηση: Μπορεί να αισθάνομαι το μούδιασμα στο πόδι μου και να μην αισθάνομαι την επαφή της καρέκλας στο σώμα μου. Ιδιοδεκτική (κιναισθητική) συνείδηση: Μπορεί να έχω ιδιοδεκτική συνείδηση της χειρονομίας που κάνω με το χέρι μου και να μην έχω συνείδηση της στάσης του υπόλοιπου σώματός μου. 2. Κεντρικές συλλογιστικές διεργασίες επεξεργασίας (με ελεγχόμενο και αυτόματο τρόπο) στοιχείων του Α.πραγματικού, Β.απομνημονευμένου και Γ.φανταστικού κόσμου, με βάση ενοράσεις (ενδοσκοπικές κρίσεις και πίστεις). Η ελεγχόμενη επεξεργασία (π.χ. αξιολόγηση υποθέσεων) απαιτεί πόρους προσοχής και αποφαντικής (δηλωτικής) γνώσης ή/και μνήμης. Συνείδηση (α. γνωσιακού περιεχομένου, και β. ποιοτήτων) των επιμέρους κεντρικών συλλογιστικών διαδικασιών: Συνείδηση συνειρμών αισθητικής αντίληψης Συνείδηση συνειρμών κινητικής δράσης Συνείδηση κινήτρων και σκοπιμοτήτων (συμπεριλαμβανόμενης της συνείδησης κοινωνικών επιταγών και αξιών) Συνείδηση ικανοτήτων και περιορισμών Συνείδηση επιτυχιών και αποτυχιών Συνείδηση εαυτού (self consciousness) μέσω ενόρασης: Αναθεώρηση μετά από εκτίμηση δεδομένων, γεγονότων, εμπειριών και μετά από ενδοσκόπηση. Η συνείδηση εαυτού μπορεί πράγματι να εξαρτάται από την ικανότητα ομιλίας (Bennett και Hacker). Μπορεί πράγματι μόνο τα όντα που έχουν την ικανότητα προτασιακής αποφαντικής έκφρασης να είναι σε θέση να επαναπροσδιορίσουν στάση ζωής, αναθεωρώντας αξίες, κίνητρα και διαπροσωπικές σχέσεις, βάσει εμπειριών από το παρελθόν. Οπως αναφέρουν οι Bennett και Hacker, ένας σκύλος μπορεί να είναι θυμωμένος, αλλά δεν μπορεί να αναλογιστεί το θυμό του, τις αιτίες και τις συνέπειές του. 3. Επιθυμητές κινητικές εκροές, που εξαρτώνται από κινητικές δεξιότητες και που απαιτούν μείγμα ελεγχόμενης και αυτόματης επεξεργασίας. Η επεξεργασία εν προκειμένω βασίζεται συχνότερα σε τελεστική μνήμη (άδηλη, του πώς) και σπανιότερα σε αποφαντική μνήμη (του ότι). Συνείδηση κινητικών δεξιοτήτων Συνείδηση σχεδιασμού κινητικών δράσεων (νοητική δοκιμή) Συνείδηση κινητικών δράσεων Συνείδηση επιτυχίας και συνεπειών δράσεων
Β. ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ: Συχνά άρρηκτα συνδεδενένο με το συνειδέναι, αλλά όχι στον πυρήνα της συνείδησης. Μπορεί να λειτουργεί ως συντελεστής πόλωσης (bias). Συνείδηση συναισθήματος: Μπορεί να συνειδητοποιώ ότι είμαι λυπημένος και να μη συνειδητοποιώ ότι ζηλεύω.
Γ. ΕΜΠΕΙΡΙΑ: Μπορεί να προσαρμόσει τη συμπεριφορά και το συναίσθημα. Συνείδηση κεντρικού νοητικού περιεχομένου εμπειρίας. Συνείδηση συνειρμικού νοητικο περιεχομένου εμπειρίας. Συνείδηση ποιοτήτων εμπειρίας (qualia).
Βιβλιογραφία: Spencer H (1885) Principles of psychology. London: Longman. Lorenz K (1981) The foundations of ethology. New York: Springer-Verlag. Lorenz K (1977) Behind the mirror. London: Methuen. Darwin C (1871) The descent of man and selection in relation to sex. London: Murray. Terrace HS (1984) Animal cognition. Hillsdale, NJ: Erlbaum. McFarland D (1991) Defining motivation and cognition in animals. International studies in the Philosophy of Science, 5: 153-170. Fodor JA (1983) The modularity of mind. Cambridge, MA: MIT Press. Mithen S (1996) The prehistory of the mind. New York: Thames and Hudson. Watanabe S, Sakamoto J, Wakita M (1995) Pigeons' discrimination of paintings by Monet and Picasso. Journal of the Experimental Analysis of Behavior, 63: 165-174. Clayton NS, Griffiths DP, Dickinson A (2000) The evolution of cognition. London: MIT Press. Heinrich B (2000) The evolution of cognition. London: MIT Press. Humphrey N (1992) The history of the mind. London: Chatto & Windus. Macphail EM (1998) The evolution of consciousness. Oxford: Oxford University Press. Macpheil EM (1982) Brain and intelligence in vertebrates. Oxford: Clarendon Press. Baleine B, Dickinson A (1998) Consciousness and human identity. Oxford: Oxford University Press. Humphrey N (1976) Growing points in ethology. Cambridge: Cambridge University Press. Sterenly K (1998) Intentional agency and the metarepresentational hypothesis. Mind and Language, 13: 11-28. Heyes CM (1998) Theory of mind in nonhuman primates. Behavioral and Brain Sciences, 21: 101-134. Dunbar RIM (2000) The evolution of cognition. London: MIT Press. Tomasello and Call (1997) Primate cognition. Oxford: Oxford University Press. Lefebvre L (2000) The evolution of cognition. London: MIT Press. Tomasello M, Kruger AC, Ratner HH (1993) Cultural learning. Behavioral and Brain Sciences, 16: 495-552. Richerson PJ, Boyd R (2000) The evolution of cognition. London: MIT Press. Heyes CM (1996) Social learning in animals: The roots of culture. San Diego: Academic Press. Byrne RW, Whiten A (1988) Machiavellian intelligence. Social expertise and the evolution of intellect in monkeys, ape, and humans. New York: Oxford University Press. Kohler W (1925) The mentality of apes. New York: Kegan, Paul, Trench, Trubner. Savage-Rumbaugh ES, Shanker S, Taylor TJ (1998) Apes, language, and the human mind. New York: Oxford University Press. Savage-Rumbaugh ES, Lewin R (1994) Kanzi. New York: Wiley. Chοmsky N (1975) Reflections on language. New York: Pantheon. Chοmsky N (1988) Language and problems of knowledge: The Managua lectures. Cambridge, Mass: MIT Press. Lieberman P (1985) The biology and evolution of language. Cambridge, Mass: Harvard University Press. Dennett D (1997) The nature of consciousness- Philosophical debates. Cambridge, MA: MIT Press. Gallup GG (1970) Chimpanzees: Self-recognition. Science, 167: 86-87. Byrne R (1995) The thinking ape: Evolutionary origins of intelligence. Oxford: Oxford University Press. Premack D, Woodruff G (1978) Does the chimpanzee have a theory of mind? Behavioral and Brain Sciences, 1: 515-526. Dickinson A, Balleine B (2000) The evolution of cognition. London: MIT Press. Mackintosh NJ (1997) Has the wheel turned full circle? Fifty years of learning theory, 1946-1996. Quarterly Journal of Experimental Psychology, 50A:879-898. Searle JR (1992) The rediscovery of mind. Cambridge, MA: MIT Press. Searle JR (1997) The mystery of consciousness. London: Granta Books. Chalmers DJ (1996) The conscious mind. Oxford: Oxford University Press. Zeki S (2000) Abstraction and Idealism. Nature, 404: 547-550. Zeki S (1993) A vision of the brain. London: Blackwell. Crick F (1994) The astonishing hypothesis: The scientific search for the soul. London: Simon and Schuster. Kandel ΕΡ, Schwartz Η and Jessell TM (1995) Essentials of Neural Science and Behavior. London: Appleton and Lange-Simon and Schuster. Eccles JC (1994) How the self controls its brain. Berlin: Springer-Verlag. Popper KR and Eccles JC (1977) The self and the brain: An argument for interactionism. Berlin: Springer. Hameroff SR and Penrose "R (1996) Toward a science of consciousness: The first Tucson Discussion and debates. Cambridge, MA: MIT Press. Damasio A (1996) Descartes' error - Emotion, reason and the human brain. London, Papermac. Damasio A (1999) The feeling of what happens. London: Heinemann. Blakemore C (1977) Mechanics of the mind. Cambridge: Cambridge University Press. Blakemore C (1988) The mind machine. London: BBC Books. Dawkins R (1976) The selfish gene. Oxford: Oxford University Press. Dennett DC (1995) Darwin' s dangerous idea- Evolution and the meaning of life. London: Penguin Books. Dennett DC (1991) Consciousness explained. London: Allen Lane. Bennett MR and Hacker, PMS (2003) Philosophocal foundations of neuroscience. UK: Blackwell Publishing.
|
|
SECOND RESPONSE Helen Savvaki |
[HOME] [AN INVITATION] [THE QUESTION] [PREVIOUS RESPONSE] [NEXT RESPONSE]